ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΖΩΗ
Βρέθηκα μπροστά από μια τεράστια σιδερένια
συρόμενη πόρτα. Αργότερα, έμαθα, ότι ονομάζεται «πύλη». Πίσω της
και αρκετά μέτρα πιο πέρα ένας φαρδύς ασφαλτοστρωμένος δρόμος
χώριζε στη μέση κτίρια και δέντρα. Τεράστια διώροφα κτίρια και
δεκάδες πεύκα. Σύντομα διαπίστωσα ότι τα κτίρια αυτά είναι οι
θάλαμοι που μέσα τους ξεκούραζαν τα ταλαιπωρημένα κορμιά τους οι
«ημίθεοι»! Σε ημίθεους αναγκάζονται να μεταλλαχθούν πολλές φορές
οι φαντάροι, για να αντεπεξέλθουν στις αντίξοες συνθήκες και στις
υποχρεώσεις, που υπερβαίνουν το μέτρο του δυνατού και του
ανθρώπινου! Όλα αυτά όμως, τα έμαθα αργότερα, όχι από κάποιο
φαντάρο...Βιώνοντάς τα...!
Πίσω από την πύλη, είχα ακούσει, κρύβεται ένας
άλλος κόσμος. Ένας κόσμος αδυσώπητος, πολύ πιο σκληρός, από τον
καθημερινό...Χαμογέλασα ειρωνικά στη σκέψη, αναμένοντας τη σειρά
μου. Μας υποδέχθηκαν βαθμοφόροι αξιωματικοί, με ιδιαίτερη ευγένεια
και περισσή χαρά, σα να μας περίμεναν χρόνια! Ούτε που σκέφτηκα,
ότι η όλη συμπεριφορά τους είναι επιφανειακή και στημένη. Η
ευγένειά τους ήταν υπερβολική. Έτσι έπρεπε να συμπεριφέρονται
στους νεοσύλλεκτους, όποιος κι αν ήταν ο πραγματικός τους
χαρακτήρας. Αυτές ήταν οι εντολές που είχαν πάρει. Δεν ήταν
δυνατόν να τις παραβλέψουν, όσο κι αν ήθελαν.
Αργότερα, έμαθα να μην εμπιστεύομαι ανθρώπους,
των οποίων η στάση είναι ύποπτα υπερβολική, οι οποίοι φέρονται
ακραία. Πολλές φορές, τόσο η στάση τους, όσο κι αυτοί είναι
παραπλανητικά! Υποδύονται χαρακτήρες και ρόλους τόσο πειστικά, που
δικαίως θα κέρδιζαν τουλάχιστον δύο βραβεία Όσκαρ. Αυτό, του
καλύτερου ρόλου και εκείνο της καλύτερης ερμηνείας. Στην
πραγματικότητα είναι άνθρωποι υστερόβουλοι, άπληστοι, στηριγμένοι
στα κίβδηλα αισθήματά τους. Λειτουργούν υπόγεια σαν τυφλοπόντικες,
σα σκουλήκια. Αν τους κατακρεουργήσουμε, όχι μόνο δε θα πληγωθούν,
αλλά θα ξαναγεννηθούν άλλα τόσα. Βρόμικα κι αυτά θα κυλιούνται
πάνω σε σάπιους, σκουριασμένους σωλήνες, μέσα στο υγρό,
μουχλιασμένο χώμα. Λίγοι αντιλαμβανόμαστε τη σαπίλα αυτών των
ανθρώπων. Εξωτερικά μοιάζουν σαν αστραφτερός καθρέφτης, που
αντανακλά όλη την επίγεια καλοσύνη, όλες τις αρετές του κόσμου.
Λίγοι καταφέρνουμε να γυρίσουμε τον καθρέφτη, να ανακαλύψουμε όλη
τη βρομιά, όλα τη μούχλα, που κρύβεται πίσω του. Ακόμη πιο λίγοι
προλαβαίνουμε να αντιδράσουμε. Συνήθως είναι αργά. Αυτοί οι
άνθρωποι πουλούν ακόμη και την ψυχή τους, προκειμένου να
επωμιστούν όλα εκείνα τα κέρδη, που θα τους προσφέρουν τη
μεγαλύτερη ανάγκη, τη μεγαλύτερη εξάρτηση, που άγγιξε τον άνθρωπο
από την αρχή της υπόστασής του. Το πιο τρανταχτό συναίσθημα στο
πέραμα του κόσμου. Πόλεμοι, διεκδικήσεις και διαπληκτισμοί στο
όνομα της. «Ηδονή του χρήματος»!!!
Μόλις ήρθε η σειρά μου, ένας ένστολος
βαθμοφόρος με πυκνό επιβλητικό χτενισμένο μουστάκι, με πολλές
εμπειρίες οργωμένες στο πρόσωπό του και με καλογυαλισμένες
αρβύλες, με χαιρέτησε, μου χαμογέλασε και μου ζήτησε το φύλλο
κατάταξης και την ταυτότητά μου. Χαιρέτησα και ανταπέδωσα με ένα
χαμόγελο ως τ’ αυτιά. Όση ώρα έλεγχε τα χαρτιά μου, βρήκα την
ευκαιρία να χαϊδέψω με το βλέμμα μου το χώρο του στρατοπέδου,
διατηρώντας το χαμόγελο στα χείλη μου, αφού η όλη εικόνα δε
διέφερε σε τίποτε από την κατασκήνωση ( ! ), που πήγα, όταν ήμουν
δέκα χρονών. «Ωραία είναι εδώ», σκέφτηκα. Μόλις άρχισα να
προσαρμόζω με τη φαντασία μου στο χώρο του στρατοπέδου εικόνες από
την κατασκήνωση, ο αξιωματικός τις διέκοψε με μια κίνηση του
χεριού του.
- Τα χαρτιά σας είναι εντάξει, κύριε. Περάστε μέσα, σας
παρακαλώ και
περιμένετε μαζί με τους άλλους. Ευχαριστώ. Ο επόμενος.....
«Κύριε! Σας παρακαλώ! Ευχαριστώ! Για μένα όλα
αυτά; Είμαι μόλις δεκαοχτώ χρονών. Πλάκα μου κάνουν», σκέφτηκα.
Μία φορά έως τότε είχα ακούσει να με αποκαλεί κάποιος κύριο. Ήταν
ένας σκυθρωπός, αναμαλλιασμένος ζητιάνος με υποτακτικό βλέμμα και
με μια μεγάλη καμπούρα φορτωμένη στην πλάτη. Ζητούσε χρήματα
μπροστά από ένα ταχυδρομείο. Είχα εντυπωσιαστεί με την προσφώνηση,
που το χέρι μου βούτηξε ασυναίσθητα στην τσέπη μου, για να
ανταμείψει τον ευγενικό ζητιάνο. Μέσα, όμως, δε βρήκε τίποτε και
επέστρεψε μαζί με το εσωτερικό της τσέπης, δείχνοντας στον ζητιάνο
ότι θέληση υπήρχε, χρήμα όμως όχι. Ακόμη ηχεί στ’ αυτιά μου η
αντίδρασή του :
- ΄Αει στο διάολο ρε....
Πήρα από τον βαθμοφόρο τα χαρτιά μου, υπάκουσα
στην «παράκλησή» του και προχώρησα. Μόλις είχα κάνει, ερήμην μου,
τα πρώτα βήματα στον βούρκο της κόλασης! Ακόμη κι αυτό, αργότερα
το’ μαθα....
Η ουρά μπροστά, από πίσω κι εγώ. Άφησα το σάκο, που είχα
κρεμασμένο στον ώμο μου και εισέπνευσα πεύκο. Δένδρα παντού.
Ατέλειωτο πράσινο, ατέλειωτη και η ουρά. Αφήνοντας κάτω το σάκο,
ακούμπησα κατά λάθος τον τελευταίο στην ουρά. Γύρισε και με
κοίταξε με ένα υποτονικό βλέμμα γεμάτο....κενό. Τα μαύρα και
σγουρά μακριά του μαλλιά και το αξύριστο και ατημέλητο πρόσωπό του
ήταν αρκετά, για να με τρομάξουν. Μετά βίας διέκρινα στο δεξί του
αυτί ένα μικρό ασημί σκουλαρίκι, ενώ στο αριστερό μπράτσο του ένα
μεγάλο έγχρωμο τατουάζ απεικόνιζε ένα μωρό και είχε από κάτω
ζωγραφισμένα δύο γράμματα. «Μ» και «Σ». Δεν πτοήθηκα από την
παράταιρη σε σχέση με τους άλλους αμφίεσή του. Σκέφτηκα ότι, αφού
θα έμενα αρκετό καιρό στο στρατόπεδο, θα έπρεπε να δημιουργήσω
φίλους. Πριν προλάβει να επαναφέρει το βλέμμα του στην αρχική του
θέση, τον πρόλαβα εγώ μ’ ένα χαμόγελο.
- Τι κάνουμε; Καλά;
Όχι μόνο δεν κατάφερα να του αποσπάσω μια
απάντηση, την πιο τυπική απάντηση που θα μπορούσε να μου δώσει,
αλλά εισέπραξα μια ογκώδη, σαν την κατασκευή του σώματός του,
αδιαφορία. Τόση, όση ήταν αρκετή για να αρχίσει σιγά-σιγά να
σβήνει το χαμόγελο από το πρόσωπό μου. «Αυτός μάλλον έχει πολλούς
φίλους και δεν ενδιαφέρεται για νέες γνωριμίες», σκέφτηκε το αθώο
και άχρωμο μυαλό μου, αντιπαρέρχοντας την αδιαφορία του. Έτσι,
επανήλθαν το χαμόγελο και η αισιοδοξία μου στο πρόσωπο και στην
ψυχή μου.
Η εποχή, που ζούμε, δεν μπορεί να θρέψει πλέον
την επικοινωνία. Πού να βρεθούν φίλοι πραγματικοί, φίλοι
ανιδιοτελείς; Τί υλικά πρέπει να βρει κάποιος, για να πλάσει μια
σχέση; Πού και πώς να βρεθούν οι προϋποθέσεις δημιουργίας μιας
φιλικής σχέσης, όταν κανείς δεν απλώνει τα χέρια, την ψυχή και το
μυαλό του για να προσπαθήσει. Να προσπαθήσει...., έστω. Ο
πραγματικός φίλος είναι η αντανάκλαση, ο καθρέφτης του εαυτού μας.
Όταν ραγίσουμε, θα πρέπει να ραγίσει κι αυτός. Στον πόνο και στη
χαρά επιβάλλεται οικειοθελώς να βρίσκεται δίπλα μας, σύμμαχος και
συμπαραστάτης στον αγώνα, που δίνουμε με σκοπό τη λύση των
προβλημάτων που μας απασχολούν. Αυτές τις προϋποθέσεις, μετά από
επαναλαμβανόμενες απογοητεύσεις, προσωπικά τουλάχιστον, όσο
εγωκεντρικό και εγωιστικό διατυπωθεί, διαπίστωσα ότι τις πληροί
μόνο ένας φίλος μου. Ο εαυτός μου! Η απομάκρυνση των ανθρώπων από
τον άνθρωπο είναι τα στοιχεία, που χαρακτηρίζουν τη σκληρή,
σύγχρονη πραγματικότητα. Μια πρισματική πραγματικότητα, η οποία
πυροδοτεί αυτήν την αποξένωση. Απέχουμε απ’ όλους κι απ’ όλα. Όπως
γράφει η Εύα Ομιρόλη στο βιβλίο της «Οι παραχαράκτες της
ευτυχίας»...., «Δε θέλουμε ανθρώπους κοντά μας, στη χαρά ή στη
λύπη μας. Δε νοιώθουμε πια την ανάγκη να γελάσουμε ή να κλάψουμε
με κάποιον φίλο κι αυτό γιατί δεν υπάρχει πλέον φιλία, γιατί οι
άνθρωποι μας έχουν πληγώσει, γιατί, γιατί...».
Κάποια στιγμή, επιτέλους, ήρθε και η σειρά μου. Μαζί με
άλλους σαράντα, περίπου, μας οδήγησαν σε έναν μεγάλο, ψηλοτάβανο
θάλαμο ενός από τα πελώρια κτίρια. Στάθηκα μπροστά από την πόρτα,
κοιτάζοντας με απορία και δέος τον θάλαμο και αναγκάζοντας τους
υπόλοιπους να με σπρώχνουν για να μπουν μέσα, κάτι που λίγο μ’
ενδιέφερε. Αυτό που αντίκρισα, ήταν πρωτόγνωρο για μένα. Κρεβάτια
παντού. Διπλά, στρωμένα με κουβέρτες, σιδερένια κρεβάτια το ένα
πάνω στο άλλο επιμελώς τακτοποιημένα και τοποθετημένα σε σειρές.
Οι τοίχοι σίγουρα δεν ήταν φρεσκοβαμμένοι. Οι αράχνες είχαν
κατασκηνώσει στο ταβάνι σε αποικίες. Παρακολουθούσαν αδιάφορα το
σκηνικό, δεν προβληματίζονταν ιδιαίτερα για την πιθανή καταστροφή
των ιστών τους. Ποιος θα φτάσει τόσο ψηλά! Θέρμανση φαινομενικά
δεν υπήρχε. Μόλις σκέφτηκα, ότι ο μήνας που διανύαμε ήταν ο
Ιανουάριος, τότε το βλέμμα μου έτρεξε να βρει το βαθμοφόρο, που
μας είχε συνοδέψει μέχρι εκεί. Κάνοντας ατομικό ρεκόρ και με
αρκετούς σφυγμούς στις φλέβες μου, τον βρήκα. Όταν το σώμα
ακολούθησε το βλέμμα μου και τον πλησίασα, τότε η ερώτησή μου
τέθηκε παρέα με την αγωνία μου και σίγουρα πρόδωσε ότι ήμουν
μοναχοπαίδι.
- Ωραία όλα αυτά κύριε βαθμοφόρε, αλλά εγώ που θα κοιμηθώ;
( ! )
Η απάντησή του δε δικαιολογούσε πλέον ούτε το
χαμόγελο, ούτε την αισιοδοξία μου, τα οποία αφού κολυμπούσαν τόση
ώρα χωρίς σωσίβιο, τελικά.... πνίγηκαν. Η υπέρμετρη αισιοδοξία,
όπως και η υπερεκτίμηση πολλές φορές, αν όχι πάντα, μας παρασύρουν
και μας οδηγούν προ τετελεσμένων γεγονότων. Δεν προλαβαίνουμε να
ζυγίσουμε την κατάσταση, δε μας δίνονται χρονικά περιθώρια να
αντιδράσουμε. Λες και πυροβατούμε, έχοντας κάνει αναισθητοποιητική
ένεση. Όσο διαρκεί, αντέχουμε, μόλις όμως περάσει η δράση της, ο
πόνος είναι αβάσταχτος και τα εγκαύματα εμφανή. Τότε
προσγειωνόμαστε, τότε αντιλαμβανόμαστε τον πόνο, τότε απαριθμούμε
τις χαμένες μας δυνάμεις. Συνήθως, αυτά τα εγκαύματα δεν
επουλώνονται γρήγορα, με αποτέλεσμα να παρατείνεται ο πόνος. Το
δυστύχημα, όμως, δεν είναι η καθυστέρηση αποκατάστασης του πόνου.
Το δυστύχημα είναι ότι δε μαθαίνουμε από τα πρώτα εγκαύματα και
συνήθως πρέπει να καούμε ολόκληροι..., για να το θυμόμαστε.
Ο σάκος δεξιά μου, το μπουφάν που έβγαλα
αριστερά κι εγώ καθισμένος στο κρεβάτι παρέα με έναν απρόσκλητο
«φίλο». Τον κρύο ιδρώτα, που με έλουζε, όπως τότε, που για πρώτη
φορά μίλησα σε κοπέλα για τον έρωτά μου. Ένα μόλις χρόνο, πριν
καταταγώ στο στρατό. Το μυαλό μου με βία προσπαθούσε να εκφράσει
το ενδιαφέρον μου για την κοπέλα με τα μακριά καστανόξανθα μαλλιά
και τα γκριζοπράσινα μάτια κι όταν, τελικά, αυτό βρήκε μια ατάκα,
τότε εγώ είχα χάσει τη φωνή μου! Ακόμη θυμάμαι αυτό που ήθελα να
της πω: «Είσαι πολύ όμορφη. Θέλω να σου χαρίσω ένα τριαντάφυλλο,
αλλά φοβάμαι μήπως δίπλα σου μαραθεί». Το μόνο που κατάφερα, ήταν
να την πλησιάσω και να καθίσω αμίλητος και παγωμένος μπροστά της,
σαν άγαλμα. Με κοίταξε κι έφυγε. Λίγους μήνες αργότερα, την
ξανασυνάντησα αυτή τη φορά στο ασανσέρ της πολυκατοικίας μου.
Πήγαινε σε μια φίλη της. Πάτησα το «Stop». Πάγωσε. Τρομοκρατήθηκε.
Δύο πράγματα έπρεπε να λυθούν, για να της πω αυτό που την πρώτη
φορά δεν κατάφερα. Το άγχος και η γλώσσα μου. Τα μάτια της ήταν
φοβισμένα, αλλά ηρέμησαν, όταν της είπα ότι ακόμη κι έτσι είναι
όμορφα. Το δάχτυλό της πίεσε ξανά τον αριθμό του ορόφου, ενώ το
βλέμμα της παρέμεινε πάνω μου. Μόλις το ασανσέρ σταμάτησε, άνοιξε
βιαστικά την πόρτα κι έφυγε. Λίγες μέρες μετά, ήρθε, με βρήκε στο
στέκι μου και με έβγαλε έξω για να μου πει ένα μυστικό. Ποτέ δε
φανταζόμουν τι μπορεί να κρύψει ένα φιλί. Οκτώ χρόνια, η ίδια
κοπέλα με το ίδιο πάθος μου έλεγε το ίδιο μυστικό με τον ίδιο
τρόπο. Ακόμα μ’ αγαπούσε !
Πριν ακόμη συνειδητοποιήσω πώς από το ζεστό,
άνετο και επισκιασμένο από τα stor δωμάτιό μου, παρέα με την
Πούλια - το αγαπημένο μου αστέρι, που με συνόδευε μέχρι να
αποκοιμηθώ - βρέθηκα σε στρατιωτικό, παγωμένο θάλαμο σαράντα
τουλάχιστον κρεβατιών, αισθάνθηκα έντονα μια παρουσία δίπλα μου.
Ήταν αυτός, που είχε πολλές γνωριμίες και δεν ενδιαφερόταν για
νέες φιλίες. Ήταν ο εριστικός αγριάνθρωπος που είχα μιλήσει λίγο
πριν, αλλά δεν πήρα απάντηση. Σκέφτηκα, ότι ήρθε να με βρει στο
κρεβάτι «μου» για να απαντήσει στη δύσκολη ομολογουμένως ερώτηση,
που του είχα θέσει πριν και για να του την θυμίσω, την επανέλαβα.
- Τί κάνουμε; Καλά;
Το τέρας μούγκρισε, ήταν σαφές, αλλά εκτός θέματος !
- Δεν πιστεύω να ξαπλώσεις στο πάνω κρεβάτι;
Το βλέμμα του αδιάλλακτο παραβίασε τα βλέφαρά
μου, χαστούκισε τις κόρες των ματιών μου και καρφώθηκε στα νευρικά
κύτταρα του εγκεφάλου μου. Σ’ εκείνα τα νευρικά κύτταρα, που
προκαλούν το φόβο!
Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου παρέα με έναν
αδελφό ή αδελφή, αλλά κι αν κάποτε πέρασε η ιδέα από το μυαλό μου,
τότε σίγουρα στη θέση του αδελφού μου δεν ήταν αυτός ο αξύριστος
βρομιάρης. Από χιλιόμετρα μύριζε σαν κουνάβι και ανάμεσα στα
μαλλιά και στα γένια του θα είχε σίγουρα μόνιμους κατοίκους ψείρες
και διάφορα άλλα συμπαθέστατα μεν όντα, αλλά βρώμικα δε ζωύφια.
Μια βαθιά χαρακιά στο δεξί του μάγουλο πρόδιδε ότι δεν ήταν
ιδιαίτερα φρόνιμο παιδί. Πόσο πολύ ήθελα να του γνωστοποιήσω τις
σκέψεις μου! Το ένστικτο της επιβίωσης, όμως, με σταμάτησε.
Εμφανώς αγανακτισμένος από την απάντηση, που καθυστερούσα
να του δώσω, ο ειδεχθής αυτός αγριάνθρωπος μου απευθύνθηκε ,αυτή
τη φορά με πιο άγριο ύφος.
- Μήπως, είσαι κουφός; Δεν άκουσες, τί σε ρώτησα;
Αν σας έλεγα, τώρα, ότι θα προτιμούσα να ήμουν
κουφός…; Καθώς περίμενε την απάντησή μου, σίγουρα όχι για πολύ, η
μνήμη μου έτρεχε στην κυριολεξία με ταχύτητα του φωτός, ψάχνοντας
στο λεξιλόγιό μου να βρει τις λέξεις εκείνες, που θα ήταν
κατάλληλες, για να ικανοποιήσουν την ερώτηση του αγριάνθρωπου,
διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη ζωή μου. Ευτυχώς, η ετυμολογία και η
έμφυτη διπλωματική μου ικανότητα δε με πρόδωσαν, παρ’ όλο που θα
είχαν κάθε λόγο, αφού το στυγερό βλέμμα του εξακολουθούσε να είναι
καρφωμένο πάνω μου, περιμένοντας την απάντησή μου.
- Κοιτάξτε να δείτε κύριε, διαλέξτε όποιο κρεβάτι θέλετε,
εγώ δεν έχω κανένα
πρόβλημα. Θα ξαπλώσω αλλού.
Όταν όμως κοίταξα τα υπόλοιπα κρεβάτια και πάνω
στο κάθε ένα από αυτά υπήρχαν σάκοι και μπουφάν, δε χρειαζόταν
ιδιαίτερη σκέψη, για να καταλάβω, ότι δεν είχα πολυτέλεια επιλογής
κρεβατιού. Το σώμα, η ψυχή και το μυαλό μου ταράχτηκαν, μόλις η
φαντασία μου μάντεψε το μέλλον. Είναι δυνατόν να κοιμάμαι κάτω από
αυτό το απαίσιο τέρας, το οποίο πρόλαβε, χωρίς δεύτερη κουβέντα,
να ξαπλώσει φαρδύ πλατύ στο πάνω κρεβάτι και να νιώθω ασφαλής; Από
εκείνη τη στιγμή, κανείς δεν μπορούσε να εξασφαλίσει τη σωματική
μου ακεραιότητα. Ήμουν ένας εκτεθειμένος, χωρίς προστασία,
φουκαριάρης, που κανέναν δεν ενοχλούσα, αυτό όμως δεν μου
εξασφάλιζε και το αντίστροφο.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά μεσημέριασε. Μόλις είχα τακτοποιήσει τα
πράγματά μου στο κρεβάτι, που δε διάλεξα, μιμήθηκα τους
υπόλοιπους. Ξάπλωσα. Επιτέλους, είχε έρθει η ώρα να ξεκουραστώ
μετά από το πολύωρο ταξίδι και την ορθοστασία. Κάποιοι, όμως,
είχαν αντίθετη άποψη. Η άποψή τους μπορεί να μην μας άφησε να
ξεκουραστούμε, μας οδήγησε, όμως, σε ένα από τα αγαπημένα μου
μέρη. Στο εστιατόριο του στρατοπέδου.
Είχα αποφασίσει να παρακολουθώ, όσο αυτό ήταν
εφικτό, τις κινήσεις του αγριάνθρωπου, επειδή πίστευα ότι έτσι θα
τον έχω, έστω, υπό μερικό έλεγχο. Να όμως, που στην πορεία προς το
εστιατόριο τον έχασα. Δεν με προβλημάτισε το γεγονός, αφού, όπως
σκέφτηκα, μέσα σε τόσο κόσμο δε θα κινδύνευα. Λίγα μέτρα, πριν
μπούμε στο εστιατόριο, ήταν αδύνατον να μην καταφέρει η «σπασμένη»
πλέον μύτη μου να γνωρίσει το αγαπημένο μου φαγητό. Κεφτεδάκια στο
φούρνο γαρνιρισμένα με κόκκινη σάλτσα και στρουμπουλές αχνιστές
πατάτες.
Ο χώρος στο εστιατόριο τεράστιος. Μουσική στα
ηχεία, καρό τραπεζομάντιλα και πάνω τους κουβέρ. Τα τραπέζια
μεγάλα και αντί για καρέκλες συνοδευόταν από μακρόστενα παγκάκια,
για να χωρούν πολλοί. Όλα καθαρά, όλα τακτοποιημένα. Οι μάγειρες
στο βάθος της αίθουσας, πίσω από τον πάγκο, πάλευαν με τις
τεράστιες κουτάλες, προσπαθώντας με γρήγορες κινήσεις να
τιθασέψουν το φαγητό, που όσο κι αν ήθελαν να το οδηγήσουν μέσα
στους δίσκους, κάθε τόσο αυτό ξεγλιστρούσε και έπεφτε στο πάτωμα.
Ευτυχώς, δεν είδα κάποιον μάγειρα να σκύβει!
Πήρα το δίσκο μου, διάλεξα μια θέση στο παγκάκι και κάθισα
έτοιμος να απολαύσω εκείνη την ιερή στιγμή, που για μένα γινόταν
ιερότερη, όταν είχα μπροστά μου το αγαπημένο μου φαγητό. Ήμουν
έτοιμος να βουτήξω στο δίσκο μου. Μη μου πείτε, όμως, ότι δε
θυμάστε αυτόν που είχα χάσει από την επιτήρησή μου; Ε, λοιπόν τον
βρήκα, αυτή τη φορά χωρίς να ψάξω. Ήταν ακριβώς..... δίπλα μου.
Θορυβώδη και αρτσούμπαλα άπλωσε τα κιλά του πάνω στο παγκάκι,
υποχρεώνοντάς το να βγάλει ένα τρίξιμο. Αν είχε στόμα να μιλήσει.
Δεν αντέχω τους ανθρώπους, που φροντίζουν να ακουστεί η κάθε τους
κίνηση. Μιλούν δυνατά, σφυρίζουν στο δρόμο, φτύνουν, σέρνονται,
δηλώνουν παρόντες και.... μένουν. Δημιουργούν ηχορύπανση,
αδιαφορώντας για τον πλανήτη Γη, που σαν μια εκκωφαντική μπάλα,
σαν ένας κακοήθης όγκος, κινείται μέσα σε μια εκκωφαντική σιωπή,
μέσα σ’ ένα υγιέστατο ισορροπημένο σώμα. Στο σύμπαν. Η
υπερκινητικότητα αυτών των ανθρώπων με αγχώνει και όταν ο μόνος
τρόπος έκφρασής τους, είναι οι κινήσεις των χεριών τους και τα
ηχητικά εφφέ, τότε εγώ δηλώνω απών και..... φεύγω.
Το κάθε τραπέζι χωρούσε άνετα δέκα άτομα. Πάνω
του, εκτός των άλλων, είχε από δύο μεγάλες κανάτες με νερό,
αρκετές για να ποτίσουν αντίστοιχα στόματα. Στο δικό μας τραπέζι
κάθονταν μετά βίας επτά, ενώ η μία, εκ των δύο, κανάτα ήταν
αιχμάλωτη του βρομιάρη. Ποιος θα δυσανασχετήσει, ποιος θα
αντιδράσει; Εκείνο το μεσημέρι, σ’ εκείνο το τραπέζι κανείς δε
διψούσε. Τι σύμπτωση!
Το κουτάλι του βρομιάρη είχε πάρει φωτιά. Το
στόμα του δεν έκλεισε στιγμή κατά τη διάρκεια του φαγητού, ενώ ο
θόρυβος συνόδευε κάθε σπασμό των μυών του, κάθε του κίνηση. Τα
μακριά του μαλλιά ήταν η δική του γαρνιτούρα στο φαγητό. Κρέας,
πατάτες, τρίχες και μύξες είχαν γίνει ένα, συνοδευόμενα από ήχους
σαν εκείνους που βγαίνουν από το στόμα μας και έρχονται από
μακριά. Μέσα από το στομάχι μας. Το κουτάλι μου είχε ζαλιστεί από
τις στροφές μέσα στο πιάτο. Για πρώτη φορά στη ζωή μου είχα αφήσει
απείραχτο το φαγητό μου. Όχι οποιοδήποτε φαγητό, αλλά το αγαπημένο
μου.
Επιστρέψαμε στους θαλάμους, όπως ήρθαμε.
Φορώντας πολιτικά ρούχα και έχοντας όλα τα σουβενίρ από την
πολιτική μας ζωή. Δακτυλίδια, σκουλαρίκια, γένια, χρυσά
σταυρουδάκια… Τα επόμενα λεπτά, μας οδήγησαν στην αποθήκη
ιματισμού. Μια κλασική αποθήκη με αρκετά τραπέζια και πίσω από το
κάθε ένα φαντάροι έτοιμοι να μας εξυπηρετήσουν. Πάνω στο κάθε
τραπέζι, απλωμένες σε σειρά, μεταξύ άλλων, φαιοπράσινες φόρμες,
τζάκετ, αρβύλες, πουκάμισα, στολές εξόδου, καραβάνες, ένα κουτάλι
και ένα πιρούνι, «λουκάνικο» (σάκος). Μέσα σ’ αυτόν το μακρόστενο
υφασμάτινο σάκο θα έπρεπε να μπουν όλα τα ρούχα και τα προσωπικά
μας αντικείμενα. Χωρούσαν ίσα-ίσα. Μιμούμενος τους υπόλοιπους μ’
ένα δυνατό πάτημα πάνω από το «λουκάνικο», όλα τα ρούχα μου
βρέθηκαν στοιβαγμένα μέσα σ’ αυτό. Σαν τους πρόσφυγες, που
αφήνοντας τα σπίτια τους, παίρνουν μαζί τους τα άκρως απαραίτητα.
Οπλίζονται με υπομονή και κουράγιο και ξεκινούν, χωρίς να
γνωρίζουν τι θα συναντήσουν στο δρόμο τους. Ολόκληρες περιουσίες
χαμένες στο όνομα του πολέμου. Κάθε σκέψη, νεκρή. Κάθε βήμα,
ασταθές. Ατέλειωτος ο πόνος, ατέλειωτος κι ο δρόμος.
Όλα μέσα στο στρατόπεδο ήταν για μένα
πρωτόγνωρα. Οι απορίες στο μυαλό μου σκόνταφταν στην περιέργεια.
Οι στρατιωτικές μου γνώσεις ελάχιστες. Τα γνωστά για τους άλλους
ήταν για μένα τεράστια ερωτηματικά. Χαζός δεν ήμουν, απλά δεν
έτυχε ποτέ να μου μιλήσει κάποιος εκτενώς για θέματα, που αφορούν
το στρατό. Ένα από τα λίγα που μου είχαν πει, ήταν, ότι στο στρατό
θα συναντούσα «κάθε καρυδιάς καρύδι». Κανείς δε μου είχε μιλήσει
ούτε για τα πιο βασικά. Ποιο είναι το πρόγραμμα τηρείται, πότε
ξεκινούν οι υπηρεσίες, πότε αναλαμβάνουμε το όπλο. Αργότερα,
έμαθα, ότι για να μας παραδώσουν το όπλο, θα έπρεπε πρώτα να
ορκιστούμε πίστη στην Πατρίδα και στο Σύνταγμα, κάτι που θα
συνέβαινε στη δέκατη όγδοη μέρα της θητείας μας. Έως τότε, ούτε
φαντάροι θεωρούμασταν, ούτε είχαμε το δικαίωμα της εξόδου. Από τη
μια στιγμή στην άλλη, δεκαοχτώ μέρες ΄΄φυλακή΄΄. Μέσα σ’ ένα
τεράστιο χώρο με υπερυψωμένους τοίχους, πολλές σκοπιές και χωρίς
καμία άλλου είδους επικοινωνία με τον έξω κόσμο, παρά μόνο
τηλεφωνική. Οι υποχρεώσεις πολλές, οι εργασίες ατέλειωτες.
Ελάχιστες οι διαθέσιμες ώρες, ελάχιστες και οι ώρες του ύπνου.
Ο χρόνος στο στρατό παίρνει διαφορετική μορφή.
Μέρα και νύχτα συνυπάρχουν αρμονικά, ενώ οι φαντάροι καλούνται να
παίξουν το ρόλο του συνδετικού κρίκου. Άγρυπνοι φρουροί των
ονείρων μας, θυσιάζουν μέρος της νιότης τους στο βωμό της
συνοριακής φύλαξης και της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών. Το
καλοκαίρι, τα πέριξ της σκοπιάς είναι γι΄ αυτούς η παραλία, ο
ιδρώτας τους η θάλασσα και το όπλο η μοναδική τους συντροφιά. Ο
πιο πιστός και αχώριστος φίλος, που τους συντροφεύει μέχρι το
τέλος της θητείας τους. Ο χειμώνας, αδιαπραγμάτευτα βαρύς. Τα
μπαρ. τα ξενύχτια και οι ερωτικές αγκαλιές, από καθημερινή
πραγματικότητα μετατρέπονται σε άπιαστο όνειρο. Χαμένο το μυαλό,
χαμένο και τ’ όνειρο!
Οι φαντάροι προσφέρουν πολλά, μα δε ζητούν και
δεν περιμένουν τίποτα. Ένα δυνατό χειροκρότημα του κόσμου σε μια
παρέλαση είναι αρκετό, για να επιβραβεύσει τους κόπους, τις θυσίες
και τις υπηρεσίες τους. Ταγμένοι, να υπηρετήσουν την πατρίδα και
προς τιμήν της να καταθέσουν ακόμη και τη ζωή τους Δεκαοχτώ χρονών
παλικάρια, δεκαοχτώ και οι μήνες συνεχούς επαγρύπνησης. Δεκαοχτώ
μήνες, μακριά συνήθως από τα σπίτια τους, διαθέσιμοι να
κινδυνέψουν και να ποτίσουν τη γη, εάν χρειαστεί, ακόμη και με το
αίμα τους, προκειμένου να ανθίσουν την πολυπόθητη ελευθερία. Η
ψυχή της πατρίδας. Ατσάλινη, ανοξείδωτη ψυχή στα χαλύβδινα σώματα
των φαντάρων.
Μόλις βγήκα από την αποθήκη, το ύφος μου ήταν
διαφορετικό από πριν. Σοβαρό και υπεροπτικό πλέον, αδιαφορούσε για
τους «πολίτες» που βρίσκονταν στην ουρά. Ήμουν, ήδη, ένας ένστολος
φαντάρος και φυσικά πιο παλιός απ’ αυτούς. Έτσι πίστευα. Η φόρμα
αγγαρείας καθαρή, σιδερωμένη, καινούρια. Το ύφος μου σφραγιζόταν
μ’ ένα τζόκεϊ πάνω στο κεφάλι μου, το οποίο μου ήταν απαραίτητο,
για τη δημιουργία γνωριμιών. Χαιρετούσα τον κάθε έναν, που
περνούσε από δίπλα μου, αγγίζοντας το τζόκεϊ με τα δάχτυλα του
ενός χεριού μου ενωμένα, διαδικασία, όπως ακριβώς είχα δει σε
ταινίες. Ο χαιρετισμός αυτός, όμως, κράτησε το ενδιαφέρον μου για
πολύ λίγο, μόλις διαπίστωσα ότι οι υπόλοιποι φαντάροι αδιαφορούσαν
για τη συμπεριφορά μου και τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον με
κορόιδευαν κιόλας. Βρισκόμουν, μόλις, τρεις μέρες στο στρατόπεδο
και ήδη αναπολούσα τις στιγμές, που ήμουν πολίτης. Αναπολούσα τα
μαθητικά τα χρόνια και τη στιγμή που αποφάσισα να μην σπουδάσω.
Πόσο μετάνιωσα, όχι βέβαια, επειδή αγαπούσα τα γράμματα, αλλά
επειδή θα απέφευγα - προσωρινά βέβαια - τη θητεία στο στρατό. Θα
μου μείνουν αξέχαστες οι Κυριακές, η παρέα στη γειτονιά, η φωτιά,
που ανάβαμε του Αη Γιαννιού, τα αθώα πλατωνικά φλερτ, η κοπέλα με
τα καστανόξανθα μαλλιά. Μια μαγεία εκείνα τα ανέμελα χρόνια, ένα
σύντομο, αλλά απαράμιλλα ζωντανό όνειρο. Γέλια, χαρές μα και
ερωτικές απογοητεύσεις που φάνταζαν τεράστιες στα μάτια εκείνης
της ηλικίας. Μια ερωτική απογοήτευση, ολοκληρωτική καταστροφή.
Χρόνια μετά, τα κομμάτια αυτής της καταστροφής ενώθηκαν,
δημιουργώντας μια τρισδιάστατη εμπειρία. «Κάθε εμπόδιο σε καλό»,
λένε οι παλιοί και για ακόμη μια φορά επιβεβαιώνεται η σοφία τους.
Πόσο δίκιο έχουν!
Η ψυχική μου ανάταση κλονίστηκε, όταν όλοι
πλέον στο στρατόπεδο κυκλοφορούσαν με στολή αγγαρείας, ακριβώς
ίδια με τη δική μου. Δεν ήμουν πια παλιός! Έστω, όμως, για λίγο
είχα αισθανθεί, ότι διέφερα από τους άλλους. Ότι ήμουν ξεχωριστός.
Στα μάτια μου, το ότι φορούσα στρατιωτική στολή φάνταζε
μεγαλειώδες! Πώς είναι δυνατόν, πράγματα τόσο σημαντικά για μας,
πολλές φορές, να μην ευαισθητοποιούν κανέναν; Κάποιες φορές ούτε
τους δικούς μας ανθρώπους, οι οποίοι, αν θέλουν να ανήκουν στην
κατηγορία των δικών μας ανθρώπων, θα πρέπει να κάνουν έστω μια
προσπάθεια, για να εισβάλλουν στην ψυχοσύνθεσή μας και στη
συνέχεια να μας ανακοινώσουν, ότι πράγματι έχουμε τη συγκατάθεση,
την ηθική υποστήριξη και τη βοήθειά τους σ’ αυτό, που δημιουργούμε
ή σ’ αυτό που σκεφτόμαστε να πράξουμε. Η επιβεβαίωση μιας πράξης
μας από τους εκλεκτούς μας ανθρώπους μας ωθεί να προσπαθήσουμε
ακόμη περισσότερο. Να συνεχίσουμε, αποδίδοντας τα μέγιστα. Κι όταν
η επιτυχία θα είναι εμφανής, τότε θα ανήκει σε όλους. ΄Όλους
αυτούς που κατά τη διάρκεια της διαδρομής, μας κρατούσαν το χέρι.
Κάποια στιγμή, το βλέμμα μου σκαρφάλωσε σε μια
μακρινή ογκώδη φιγούρα, που έβγαινε από την αποθήκη. Όταν τα
βήματά μου την πλησίασαν, ήμουν αρκετά κοντά, για να διακρίνω τα
μακριά μαλλιά του αγριάνθρωπου. Όπως μπήκε στο στρατόπεδο, έτσι
παρέμεινε. Απείραχτος! Τα μαλλιά και τα γένια του μακριά, τα ρούχα
του πολιτικά, το βήμα του σταθερό και βαρύ και η όψη του
τρομακτική, όπως πάντα. Όσο για τη στολή, που δε φορούσε, έμαθα,
ότι δε βρέθηκαν ρούχα στα μέτρα του. Οι βαθμοφόροι έκαναν ειδική
παραγγελία!
Πλησιάζοντας η νύχτα, μετρούσα ήδη μια μέρα
μακριά από τους γονείς μου, μακριά από την αγκαλιά της αγαπημένης
μου, μακριά από τη γλύκα της πολιτικής ζωής. Δε φανταζόμουν, ότι
τόσο πολύ διαρκούσε ένας αιώνας! Το ίδιο απόγευμα με βρήκε σε μια
άλλη ουρά. Σ’ αυτήν, που οδηγούσε στον έξω κόσμο, στους
τηλεφωνικούς θαλάμους του στρατοπέδου. Δέκα οι τηλεφωνικοί
θάλαμοι, πενήντα οι επισκέπτες. Ατέλειωτες οι ώρες της αναμονής.
Κανείς δεν είχε διάθεση να μιλήσει σε κανέναν, πλέον ούτε κι εγώ.
Τι να πω, τι να συζητήσω; Τα χέρια μου στις τσέπες, το βλέμμα μου
βουβό. Το σώμα μου στην ουρά, η σκέψη μου μοιρασμένη στην κοπέλα
μου και στην οικογένειά μου. Απερίγραπτο το συναίσθημα, αλλά θα
τολμήσω...Δεν ξέρω, πώς μπορεί κάποιος να δέσει την καρδιά του
κόμπο, όμως τα κατάφερα και ήταν τόσο σφιχτός, που σκαρφάλωσε στο
λαιμό μου έτοιμος να με πνίξει. Η ανάσα μου όλο και πιο βαριά. Η
ψυχή μου χίλια κομμάτια και το κάθε ένα άλλα τόσα. Ήθελα να
ουρλιάξω, μα ούτε η φωνή μου έβγαινε. Το μόνο που κατάφερα ήταν να
την κάψω. Την έφερα μέσα στα μάτια μου, ενεργά ηφαίστεια και από
’κει κύλησε μαζί με τα καυτά, σαν λάβα, δάκρυά μου στο παγωμένο
μου πρόσωπο. Ήμουν ένας ζωντανός... νεκρός, που είχε φτάσει,
μόλις, δύο βήματα, πριν την ανάστασή του. Τόση ήταν η απόσταση,
που με χώριζε από τον τηλεφωνικό θάλαμο. Τόση ήταν η απόσταση, που
με χώριζε από τη φωνή των δικών μου ανθρώπων. Δύο σταγόνες λάβας
κύλησαν, αργά, από τα βουρκωμένα κατακόκκινα μάτια μου στο
ανέκφραστο, κατά τα άλλα, πρόσωπό μου. «Είμαι άνδρας», σκέφτηκα
«και οι άνδρες δεν κλαίνε. Κι όταν κλάψουν, φροντίζουν να
κρυφτούν». Αυτό έκανα. Παραχώρησα τις ώρες αναμονής μου στους
επόμενους κι έφυγα. Η αγάπη και η νοσταλγία για την κοπέλα μου και
τους γονείς μου κολυμπούσαν στα δάκρυά μου, προσπαθώντας να
σωθούν. Έτρεξα ενστικτωδώς στο μοναδικό μέρος, όπου δε θα με
ενοχλούσε κανείς. Στις τουαλέτες! Ένα κύμα παγωμένου νερού έβρασε
στα δάκρυά μου και ένα δεύτερο τα ξέπλυνε. Τα σημάδια, όμως,
έμειναν. Επτά χρόνια μετά, ακόμη φαίνονται.
Βγήκα από τις τουαλέτες και ήμουν σα να είχα
πέσει σε κώμα. Δε θυμάμαι στιγμή, που να έχω αγαπήσει τους γονείς
μου και την κοπέλα μου και να μου λείπουν τόσο πολύ. Δυστυχώς,
όταν βρισκόμαστε δίπλα στον άνθρωπό μας, δεν του γνωστοποιούμε σε
κάθε ευκαιρία τα αισθήματά μας, τα θεωρούμε ευνόητα. Κι όταν λόγω
της άρνησης έκφρασης των συναισθημάτων μας αυτός ο άνθρωπος μας
αφήσει, τότε, τις περισσότερες φορές, είναι αργά για να
επανορθώσουμε. Τότε επιρρίπτουμε στον εαυτό μας ευθύνες, αλλά δεν
είναι ποτέ αρκετές, για να επιστρέψουν το χρόνο πίσω. Το χρόνο που
μας εγκαταλείπει και μας αφήνει αγκαλιά με τα ανέκφραστα αισθήματά
μας.
Σκοτείνιασε. Ακολούθησε άλλο ένα ικανοποιητικό
γεύμα. Αυτή τη φορά, φρόντισα να μείνω μακριά από τον βρομιάρη.
Λίγο αργότερα, μαζευτήκαμε έξω από τους θαλάμους για «αναφορά». Οι
αξιωματικοί έλεγξαν, εάν ήμασταν όλοι εκεί. Μια διαδικασία, που
εμένα τουλάχιστον, μου θύμισε καταμέτρηση ζώων, λίγο πριν τη
σφαγή. Οι βαθμοφόροι δεν ήταν πλέον ευγενικοί. Ήταν απότομοι,
δεσποτικοί. Αφού βεβαιώθηκαν ότι ήμασταν όλοι παρόντες, μας
διέταξαν να πάμε για ύπνο. Η ώρα; Δέκα παρά τέταρτο! Μια ειδικά
διαμορφωμένη ντουλάπα έξω από το θάλαμο ήταν διατεθειμένη, να
υποδεχτεί τις αρβύλες μας, οι οποίες, όπως ευτυχώς μου είχαν πει,
θα έπρεπε να είναι κλειδωμένες με λουκέτο, εάν ήθελα την επόμενη
μέρα να τις βρω εκεί. Κάθισα στο κρεβάτι μου. Το πάνω άδειο.
Έβγαλα το πουκάμισο και το παντελόνι και έμεινα με τη φαιοπράσινη
φανέλα και τη στρατιωτική πυτζάμα. Έξω παγωνιά. Μέσα, ακόμη
περισσότερη. Ξάπλωσα. Λύτρωση για όλο μου το σώμα. Όλη η κούραση
από την αναμονή στις ατέλειωτες ουρές του στρατοπέδου έφυγε
σιγά-σιγά από πάνω μου και ήρθε άλλη. Ήταν αυτός ο χονδροκομμένος
τύπος, που άρχισε να ξεντύνεται, για να ξαπλώσει στο πάνω κρεβάτι.
Αφού άλλαξε ρούχα, σκαρφάλωσε πάνω. Μόλις το πελώριο σώμα του
άγγιξε το στρώμα, τότε αυτό λύγισε προς τα κάτω τρίζοντας. Σεισμός
στο κρεβάτι μου, σεισμός και στο σώμα μου. Κάτι τέτοιες ώρες,
είναι οι ώρες που επικαλούμαστε τα θεία! Αυτό έκανα κι εγώ, μόνο
που δε βοήθησε πολύ, μάλλον καθόλου. Μόνο λίγα λεπτά χρειάστηκαν,
για να ξεπηδήσουν από το στόμα του αγριάνθρωπου απανωτά ροχαλητά.
Περισσότερο χρόνο διαρκούσε ένα ροχαλητό, από αυτόν που
μεσολαβούσε, μέχρι το επόμενο. Όλες μου οι αισθήσεις
παρακολουθούσαν εναγωνίως τις κινήσεις του. Κάποια στιγμή, γύρισε
μπρούμυτα. Το κρεμασμένο του χέρι ήρθε σε απόσταση αναπνοής από το
πρόσωπό μου. Πάνω σ’ αυτό χαραγμένο το μέλλον του. Η λεγόμενη
«γραμμή της ζωής», μικρή. Ήλπιζα, πως θα ήταν τυχαίο. Οι μαύρες
πυκνές τρίχες έκαναν το χέρι του πιο επιβλητικό. Στο δάχτυλό του
μια βέρα, ενώ λίγο πιο πάνω, στο μπράτσο του, ένα κόκκινο σημάδι
πήρε τη θέση του τατουάζ. Υπέθεσα, ότι η διαδικασία της αφαίρεσής
του, θα ήταν επώδυνη, τόσο για το σώμα, όσο και για την ψυχή του.
Το ροχαλητό σταμάτησε, έτσι, όπως ξεκίνησε. Ξαφνικά. Η φωνή του
ψιθυριστή και ήρεμη έφτασε στ’ αυτιά μου.
- Ήταν κάτι, που μου θύμιζε τη μοναδική μου αγάπη, τον
μοναδικό μου άνθρωπο στον κόσμο.
- «Ποιο πράγμα», σκέφτηκα και η ερώτησή μου έφτασε στ’
αυτιά του σα να την είχε ακούσει.
- Το τατουάζ. Το ξήλωσαν και μαζί μ’ αυτό ξήλωσαν ό,τι μου
θύμιζε την αγάπη μου. Τη γυναίκα μου. Δε θέλω να τη χάσω κι αυτήν.
- Κι αυτήν;
- Μετά από το παιδί, που ποτέ δεν κατάφερε να φέρει στον
κόσμο ζωντανό, κλονίστηκε η ψυχική της ισορροπία, αλλά και η δική
μου, αφού είναι αδύνατον να αντέξω τις αϋπνίες και τα απότομα
ξεσπάσματά της. Ο εφιάλτης της, έχει γίνει και δικός μου. Πάντα ο
ίδιος. Πάντα, όπως ακριβώς συνέβη. Ένα παγωμένο νεκρό μωρό στα
χέρια του μαιευτήρα. Το σοκ ήταν μεγάλο και φυσικά αξεπέραστο. Την
άφησα στο σπίτι μαζί με την αδελφή της. Έπρεπε να καταταγώ στο
στρατό. Κανείς δε θα ενδιαφερθεί για το δράμα μου. Σε ποιόν να
μιλήσω, τι να του εξηγήσω, τι να καταλάβει; Έχω ανάγκη να μιλήσω
σε κάποιο φίλο. Φίλοι, όμως, δεν υπάρχουν. Είμαι σε απόγνωση...
Εσένα, από τη πρώτη στιγμή, σε συμπάθησα. Φαίνεσαι καλό παλικάρι.
Εξάλλου, είσαι ο μοναδικός, που ασχολείται μαζί μου. Σε
παρακολουθώ από την αρχή. Ελπίζω, τώρα που σου μίλησα για το δράμα
μου, να δικαιολογήσεις τη συμπεριφορά μου. Καληνύχτα.
Δεν πίστευα στ΄ αυτιά μου. Ο άνθρωπος που
αντιπαθούσα όσο κανέναν άλλον μου είπε ότι με συμπαθούσε. Πάντως,
ούτε εγώ είχα ποτέ κάποιον άνθρωπο στη ζωή μου, που θα μπορούσα να
τον αποκαλέσω «φίλο». Κανείς, έως τότε, δε με αντιμετώπιζε σοβαρά.
Ήμουν ένας ανόητος νέος, που είχε αδυναμία στη μουσική και που
έμενε μόνος μαζί της πολλές ώρες. Ήμουν, για τους περισσότερους,
ένας ξενέρωτος. Ας έρχονταν, όμως, αυτοί, έστω, και για μία φορά
μαζί μου. Εκεί, που ταξίδευα αγκαλιά με τη μουσική. Σε μαγευτικές
αχαρτογράφητες χρυσόξανθες παραλίες, χαμένος μέσα στο ατίθασο,
φουρτουνιασμένο ηλιοβασίλεμα! Στα βρεγμένα πρωινά της Ρώμης. Στη
βελούδινη έρημο της Αφρικής και στα υπόγεια λιμνάζοντα
μισοφωτισμένα σοκάκια της Νέας Υόρκης. Ποτέ, κανείς δεν ήρθε μαζί
μου. Γι’ αυτό τώρα, επτά χρόνια μετά, όταν τους δείχνω το φεγγάρι,
αυτοί βλέπουν το δάχτυλό μου! Και εξακολουθούν να το κοιτούν...
μέχρι να τους πάρει ο ύπνος. Όρθιους! Τους λυπάμαι. Είναι
αξιοθρήνητοι!
Κοίταξα γύρω μου. Δεν είχε ξυπνήσει κανείς,
λες, και τα λόγια του αξιολύπητου αυτού ανθρώπου οδηγήθηκαν μόνο
στα δικά μου αυτιά. Η ανάσα του ήταν πιο ελαφριά από πριν, σα να
του ’φυγε ένα βάρος. Κοιμήθηκε. Αγκαλιά με την κούρασή μου, δεν
ήμουν σε θέση ούτε να αξιολογήσω την κατάσταση ούτε να βγάλω
συμπεράσματα. Μπερδεμένες οι σκέψεις, μπερδεμένα και τα αισθήματα.
Ο Μορφέας ήταν ακριβώς δίπλα μου, έτοιμος να με πάρει μαζί του.
Χωρίς να με ρωτήσει, χωρίς να του μιλήσω, σφράγισα τα μάτια μου ,
αλλά όχι για πολύ. Μόλις τα άνοιξα... , είχε ξημερώσει!
Τα πρώτα δέκα δευτερόλεπτα, όλα θολά. Τα
επόμενα, σαν όνειρο. Έξω σκοτάδι, μέσα φως. Φαντάροι εδώ κι εκεί,
άλλοι καθισμένοι στα κρεβάτια τους με βλέμμα απλανές, άλλοι με τις
πετσέτες στο λαιμό να πηγαινοέρχονται στις τουαλέτες. Όταν ο ήχος
ξύπνησε στ ’αυτιά μου, εισέβαλαν μέσα τους ήχοι από κρεβάτια που
έτριζαν, από παντόφλες που σέρνονταν, από χασμουρητά, που έψαχναν
απεγνωσμένα να βρουν τη μέρα. Μέσα σε όλους αυτούς του ήχους,
προστέθηκαν στ‘ αυτιά μου και λέξεις από διάλογους.
- «Τι ώρα είναι;» , ρώτησε κάποιος το διπλανό του.
Η απάντησή του έφτασε στ’ αυτιά μου, συνοδευόμενη από ένα
χασμουρητό.
- Πέντε και μισή.
Σώμα, εγκέφαλος, καρδιά και ψυχή, όλα σε
κατάσταση συναγερμού. Μια άγνωστη, έως τότε, κατάσταση για μένα.
Πέντε και μισή! Δεν ήταν απόγευμα, χαράματα ήταν. Πέντε και μισή!
Βράδυ κοιμηθήκαμε, βράδυ ξυπνήσαμε! Όταν πήγαινα στο σχολείο,
ξυπνούσα μετά βίας στις επτάμιση! Μόλις σηκωνόμουν, με υποδεχόταν
η «καλημέρα» της μητέρας μου και ένα γευστικότατο πρωινό. Δεν
ήμουν γόνος πλούσιας οικογένειας, ήμουν απλώς μοναχοπαίδι και ως
έτσι, είχα το μονοπώλιο του ενδιαφέροντος των γονιών μου και δη
της μητέρας μου. Παρ’ ότι τις Κυριακές δεν είχα σχολείο, δε
μπορούσα να κοιμηθώ περισσότερη ώρα. Ίσως, επειδή ήθελα εκείνη η
μέρα να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερη. Έκανα, ό,τι ήθελα.
Πήγαινα βόλτα, ζωγράφιζα, άκουγα μουσική..... Στο στρατό δεν έκανα
ό,τι ήθελα, αλλά ό,τι μου διέταζαν.
Σε κάθε θάλαμο υπήρχε από ένας φύλακας που άλλαζε κάθε δύο
ώρες. Μέσα στις υποχρεώσεις του ήταν να ξυπνά τους φαντάρους.
Εκείνο το πρωί, όμως, αυτός που με ξύπνησε, ήταν ο θόρυβος. Αφού
φόρεσα άθελά μου τις παντόφλες κάποιου άλλου, μιμήθηκα τους
υπόλοιπους και κατέληξα στην τουαλέτα. Σκέφτηκα, ότι μόλις θα
έπλενα το πρόσωπό μου, θα έβρισκα τις αισθήσεις μου. Ούτε το
πρόσωπό μου κατάφερα να πλύνω, ούτε βέβαια να βρω τις αισθήσεις
μου. Το νερό κρύο. Το μόνο, που κατάφερα να στάξω μέσα στα μάτια
μου, ήταν λίγες μόνο σταγόνες παγωμένου νερού σα να έβαζα
κολλύριο! Στο θάλαμο παγωνιά. Όταν επέστρεψα στο κρεβάτι μου,
σέρνοντας μαζί μου τις ξένες παντόφλες, με περίμενε αγανακτισμένος
ο ιδιοκτήτης τους.
- Καλά ρε μαλάκα, εσύ τις πήρες;
Ποιες πήρα, πότε τις πήρα και από ποιον; Όταν
έστρεψα το βλέμμα στα πόδια μου, τότε λύθηκαν όλες μου οι απορίες.
Σίγουρα, οι καφέ λαστιχένιες στρατιωτικές παντόφλες, που μας είχαν
δώσει, δεν ήταν δικές μου, επειδή, πολύ απλά, εγώ είχα πάρει μαζί
μου αυτές που μου είχε δώσει η μητέρα μου. Τίποτα το ιδιαίτερο.
Χρώματος μπλε με ένα σχέδιο αφηρημένης τέχνης πάνω, αν και θα
μπορούσε να ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου. Έτσι,
αγουροξυπνημένος, όπως ήμουν, δε θα υπήρχε καμία διαφορά!
Αφού λύθηκε η παρεξήγηση με τις παντόφλες και
έγινα για άλλη μια φορά αντιπαθητικός, κοίταξα με περιέργεια το
άδειο κρεβάτι, που βρισκόταν ακριβώς πάνω από το δικό μου. «Πού να
πήγε αυτός;», αναρωτήθηκα. Προσπαθώντας, βέβαια, να ανασυντάξω τις
δυνάμεις μου και να αρχίσω να λειτουργώ, ίσως δε θα έπρεπε να με
ενδιέφερε αυτός. Όταν όμως ήρθαν στο μυαλό μου, αυτά που μου είχε
πει για τη ζωή του το προηγούμενο βράδυ, τότε, πραγματικά
ανησύχησα. Η ανησυχία αυτή κόπασε, όταν τον είδα στην πρωινή
αναφορά. Είχε ξυπνήσει, πριν απ’ όλους, είχε πλυθεί και μας
περίμενε έξω. Μόλις ετοιμαστήκαμε όλοι, τόσο γρήγορα, που ποτέ δε
φανταζόμουν, μας ΄΄τακτοποίησαν΄΄ σε τετράδες και μας οδήγησαν για
άλλη μια φορά σαν συμμαζεμένο κοπάδι στο εστιατόριο, λες, και
μόνοι μας θα χάναμε το δρόμο! Στα τραπέζια, μας περίμεναν αρκετές
φέτες ψωμί, πιάτα με βιτάμ και κανάτες με τσάι. Ακριβώς ίδιο, όπως
το πρωινό γεύμα στο σπίτι μου. Ωστόσο, κάτι έλειπε. Μόλις τελείωσα
το φαγητό μου, ήμουν φανερά ικανοποιημένος από τη γεύση του,
ωστόσο πάλι κάτι έλειπε. Λίγα λεπτά αργότερα, ανακάλυψα, ότι το
βασικό συστατικό που έλειπε από το εύγευστο, κατά τα άλλα, πρωινό,
ήταν η «καλημέρα» της μητέρας μου!
Στο στρατό όλα είναι τακτοποιημένα. Όλα σε
σειρά, ακόμα και οι φαντάροι. Μόνος δε μένει κανείς, εκτός από τις
ώρες του διαλείμματος κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, που ακόμη
και τότε, οι κινήσεις των φαντάρων θα πρέπει να είναι
περιορισμένες. Για άλλη μια μέρα, για άλλη μια φορά, κατέληξα σε
άλλη μια ουρά. Αυτή η ουρά οδηγούσε στο ιατρείο του στρατοπέδου.
Εξετάσεις, ο λόγος. Λήψη αίματος και σωματικός υγειονομικός
έλεγχος. Και μόνο στο άκουσμα της λέξης «αίμα», τα πόδια μου
έτρεμαν, ενώ ο πανικός μέσα μου ήταν διάχυτος. Πάντα φοβόμουν τις
εξετάσεις αίματος. Ιδρυτής αυτής της φοβίας, ο πατέρας μου με
ενεργά μέλη τη μητέρα μου κι εμένα. Μας είχε μεταδώσει το φόβο του
για το αίμα που περνώντας από το διαφανές σωληνάκι, εκτεθειμένο
μπροστά στα μάτια του, του προκαλούσε δέος. Ανατρίχιαζε. Το
πρόσωπό του, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, άλλαζε όλες τις αποχρώσεις
του λευκού και του κίτρινου. Τι αλλεργία κι αυτή!
Μια μικρή βελόνα καρφώθηκε σε ένα από τα
δάχτυλά μου. Το κεφάλι μου, στραμμένο αλλού. Ένα δυνατό τσίμπημα
και σε λίγα δευτερόλεπτα μου ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα. Α-Β
Ρέζους θετικό. Αργότερα θα μας κρεμούσαν στο λαιμό κάποια τσίγκινα
ταμπελάκια, στα οποία θα αναγράφονταν τα στοιχεία μας. Το
ονοματεπώνυμό μας, η σειρά κατάταξης, η ομάδα αίματος.... Καθώς τα
΄΄πρόβατα΄΄, δηλαδή εμείς, συνεχίζαμε τις εξετάσεις και τίποτα το
αξιοπερίεργο δεν είχε συμβεί, φτάσαμε σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο, όπου
μας περίμεναν δύο βαθμοφόροι γιατροί. Χωρίς δεύτερη κουβέντα, ο
ένας από αυτούς μας διέταξε να βγάλουμε τα ρούχα μας.
- « Όλα; », ψιθύρισα.
- Είπες τίποτα, φαντάρε;
- «Ναι, πρέπει να βγάλουμε όλα τα ρούχα μας;», ρώτησα δειλά
και ένιωσα
όλους τους υπόλοιπους να συμπαραστέκονται στην ερώτησή μου.
- «Γιατί φαντάρε, έχεις να κρύψεις κάτι;», είπε και γέλασε
δυνατά.
Κοιτώντας ο ένας τον άλλον αμήχανα, αρχίσαμε να
βγάζουμε τα ρούχα μας, αφήνοντας τελευταίο το παντελόνι.
Πιστεύαμε, πως την τελευταία στιγμή κάποιος θα μας έσωζε! Αφού
τελικά κανείς δε μας έσωσε, βγάλαμε και τα παντελόνια μας και
μείναμε γυμνοί. Δε χαίρομαι ιδιαίτερα, όταν θυμάμαι τη συνέχεια,
αλλά αξίζει να σας τη διηγηθώ. Πρώτη φορά στη ζωή μου, μετά τη
βάφτισή μου, είχα μείνει γυμνός μπροστά σε ξένους. Όχι σε έναν,
αλλά σε πολλούς. Όχι οκτώ μηνών, αλλά διακοσίων δέκα έξι. Το όλο
σκηνικό, θύμιζε εμπόριο δούλων! Η εξέταση ξεκίνησε με μια διαταγή
για επίκυψη. Οι βαθμοφόροι γιατροί έλεγξαν τη σπονδυλική στήλη, τα
πόδια μας και πολλά άλλα που δεν έπεσαν στην αντίληψή μου. Τα
μύρια κακά όμως έπονταν. Η εντολή του γιατρού έφτασε στ’ αυτιά
μου, παγώνοντας σώμα, ψυχή και μυαλό.
- Βάλτε τώρα το ένα δάχτυλο ανάμεσα στους όρχεις, έτσι ώστε
να διαχωριστούν και να είναι εμφανείς.
Αυτό ήταν. Είχα ανακαλύψει την επίγεια κόλαση!
Δεν ήμουν σε θέση να σκεφτώ. Υπάκουσα στη διαταγή του, όπως και οι
υπόλοιποι φαντάροι. Οι δύο γιατροί πέρασαν από μπροστά μας και
έλεγξαν μήπως λείπει κάποιο από τα δύο «μπαλάκια»! Αφού
σιγουρεύτηκαν, χωρίς ευτυχώς να τα αγγίξουν, επέστρεψαν στη θέση
τους, ανακοινώνοντας τα ονόματα αυτών, που θα έπρεπε να
επισκεφθούν το 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο για περαιτέρω
εξετάσεις. Ποτέ δεν είχα πρόβλημα υγείας, ήμουν χρόνια αθλητής
(έπαιζα ποδόσφαιρο), είχα άριστη φυσική κατάσταση, αυτό όμως, δεν
τους εμπόδισε να κατατάξουν το όνομά μου στη λίστα με τους
«προβληματικούς». Η απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου, σβήστηκε,
μόνο, όταν έφτασα στο νοσοκομείο. Μέχρι τότε, κανείς δε μου είχε
πει, τι μου έλειπε ή τι πλεόναζε πάνω μου.<<Ίσως, επειδή έχω
στραβά πόδια», σκέφτηκα και φόρεσα τα ρούχα μου.
Το ίδιο απόγευμα είχα την ανάγκη, ευτυχώς και
το χρόνο, να κάνω έναν περίπατο στο στρατόπεδο. Ανακάλυψα τις
αποθήκες όπλων, το ξυλουργείο, τα μαγειρεία. Το μοναδικό σημείο
που κοντοστάθηκα, ήταν λίγα μέτρα έξω από το κουρείο. Υπήρχε
λόγος. Όταν βλέπουμε κάτι περίεργο, πάντα διατηρούμε το βλέμμα μας
σ’ αυτό. Μόλις έβγαινε από το κουρείο ένας ψηλός, μυώδης άνδρας,
φρεσκοξυρισμένος με πολύ κοντά μαλλιά, σχεδόν γουλί. Το πρόσωπό
του άστραφτε, όπως και οι αρβύλες του. Ήταν ο ειδεχθής εκείνος
άνθρωπος! Μετά το τατουάζ, εξαφανίστηκε και το σκουλαρίκι. Δεν
είχα ξαναδεί στη ζωή μου τέτοια αλλαγή σε άνθρωπο. Το πρόσωπό του,
από άγριο και αιμοβόρο, είχε μεταμορφωθεί σε ήρεμο και θλιμμένο.
Το βλέμμα μου παρέμεινε πάνω του, μην μπορώντας να πιστέψω αυτό
που έβλεπα, ενώ τα βήματά μου ξεκίνησαν αργά, όταν σήκωσε το
κεφάλι του και με κοίταξε. Άρχισα να αισθάνομαι άβολα, μόλις,
διαπίστωσα ότι γύρω μας δεν υπήρχε κανείς. Το βλέμμα του παρέμεινε
καρφωμένο πάνω μου. Η γη χάθηκε για λίγο, κάπου, κάτω από τα πόδια
μου. Σταμάτησα. Κάτι ήθελε να μου πει. Ήθελα να τρέξω μακριά, αλλά
δεν έβρισκα τη δύναμη. Η απόσταση, που μας χώριζε, δεν ήταν η
κατάλληλη, για να σιγουρευτώ, ότι είδα τα μάτια του να βουρκώνουν.
Ακόμη δεν πιστεύω, ότι μου μίλησε. Το ύφος του ήταν παραπονεμένο
και η φωνή του βγήκε σβησμένη.
- Μου έβγαλαν το τατουάζ!
Ακόμη δεν μπορούσε να το πιστέψει. Έσκυψε ξανά
το κεφάλι κι έφυγε.
Στη βραδινή αναφορά, μάς μέτρησαν τουλάχιστον
τέσσερις φορές. Κάποιος έλειπε. Οι βαθμοφόροι φώναζαν, ήταν
αυστηροί και γίνονταν ακόμη περισσότερο, όσο δεν έβρισκαν αυτόν,
που έλειπε. Ξαφνικά, κάποιος αξιωματικός έτρεξε προς το μέρος του
Λοχαγού και λαχανιασμένος του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Οι
μισοσβησμένες κοφτές λέξεις, που έβγαιναν από το στόμα του
Λοχαγού, πρόδιδαν, ότι κάτι τραγικό είχε συμβεί.
- Τι;......Πότε;......Πού;.........
Ο Λοχαγός, αφού χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα,
για να συνέλθει προσπάθησε, φανερά σοκαρισμένος, να μας εξηγήσει,
καθαρίζοντας πρώτα τη φωνή του.
- Πριν από λίγο, συνέβη κάτι τρομερό! Κάποιος φαντάρος
αυτοκτόνησε!
Το βλέμμα μου πλανήθηκε στο χώρο, στο πλήθος,
αλλά δε βρήκε αυτόν, που έψαχνε. Η σκέψη δε χωρούσε στο μυαλό μου,
όταν μου εξήγησε ότι αυτός, που έλειπε ήταν ο αγριάνθρωπος! Το
φιλαράκι μου.
Η νύχτα βουβή. Κρύα. Πιο μαύρη από ποτέ. Η
ησυχία νεκρική. Ο άνεμος λυσσούσε, τρυπώνοντας πότε-πότε από τις
χαραμάδες του παραθύρου. Τα φώτα του θαλάμου σβηστά, όλοι στα
κρεβάτια. Έτρεμα, όχι όμως μόνο από το κρύο. Το σώμα μου,
κουλουριασμένο στην κουβέρτα, προσπαθούσε να αντιμετωπίσει το
φόβο. Το μυαλό μου ήταν αδύνατον να καθησυχασθεί ,αφού
συγκλονισμένο έψαχνε κάτι να εξιλεώσει τον πανικό που το είχε
καταβάλλει. Είχε χαθεί ο άνθρωπος, που στην πιο δύσκολη στιγμή της
ζωής του, μου εκμυστηρεύτηκε τον πόνο του.
Κάποια γεγονότα είναι τόσο απίστευτα τραγικά,
που δε χωρούν στο νου. Προσπαθούν να διεισδύσουν μέσα του, να
βρουν χώρο να κινηθούν, αλλά μάταια. Συνωστίζονται ορμητικά στην
είσοδό του, αλλά ο όγκος τους είναι μεγαλύτερος από το εμβαδόν
του. Η πυγμή της λογικής χάνει το θάρρος της. Εξηγήσεις δεν
υπάρχουν, κι αν βρεθούν, δεν αρκούν. Πώς να αποπλανήσουμε τη
λογική; Τι είναι ικανό να μας παρηγορήσει; Ποια δικαιολογία να
βρούμε, όταν έχουμε να επιλέξουμε από αυτές, που δεν υπάρχουν; Δεν
είναι πάντα εύκολο, να γυρίσουμε σελίδα, όταν το χτύπημα της ζωής
κολλάει όλες τις σελίδες μαζί. Το μόνο, που μπορούμε να πράξουμε,
είναι να περιμένουμε. Να περιμένουμε το χρόνο να περάσει. Αυτός
τραυματίζει, αυτός επουλώνει. Αβοήθητοι και αδύναμοι, είμαστε
υποχρεωμένοι να αναμένουμε. Κάποιες φορές, ίσως χρειαστεί λίγο
περισσότερο. Ίσως, μια ζωή!
Οι ενοχές κυρίευαν κάθε σκέψη μου. Θα μπορούσα
να αποτρέψω το κακό, αν του ’λεγα κάτι, για να τον παρηγορήσω.
Οτιδήποτε. Θα μπορούσα να τον είχα σώσει. «Το είχε αποφασίσει, από
πριν, δεν ήμουν σε θέση να ανατρέψω τίποτε», σκέφτηκα και σφράγισα
τα μάτια μου.
Απέραντη, μαβιά θάλασσα. Τα κύματά της έσκαγαν
μένεα στα βράχια, όπως οι τύψεις μου στη συνείδησή μου. Ο ουρανός
σκούρος. Έβρεχε. Στην αμμουδιά χίλιες σταγόνες, στο σώμα μου χίλια
καρφιά. Πονούσα. Έπρεπε να πληρώσω. Στη θάλασσα, ο παφλασμός των
κυμάτων, στ’ αυτιά μου η βαριά φωνή της συνείδησής μου. Οι
αδηφάγες τύψεις μπροστά. Άλλες με προκαλούσαν να τις αντιμετωπίσω
κι άλλες μου τραγουδούσαν. Μάλλον ψαλμός ήταν, όχι τραγούδι. Με
ταξίδεψαν στα βάθη της θάλασσας, βαθιά μες την ψυχή μου. Εκεί είχα
να αντιμετωπίσω όλα τα ψέματα, όλους, όσους αντιπαθούσα στη ζωή
μου. Όλους, όσους είχα συμπεριφερθεί άσχημα. Ήταν όλοι εκεί,
ελλόχευαν έτοιμοι να με κρίνουν και να πληρώσω. Να ξοφλήσω μέχρι
την τελευταία μου ανάσα. Κάπου στο βάθος, η μορφή ενός ζητιάνου
εξακολουθούσε να με στέλνει στο διάολο, όπως τότε, μπροστά στο
ταχυδρομείο, που δεν είχα χρήματα να τον βοηθήσω. Με πλησίασε,
βγάζοντας κατάρες από το στόμα της. Με σκούντηξε, χτυπώντας με
στον ώμο. Έσκυψε από πάνω μου, οργισμένη.
- Χρειαζόμουν βοήθεια κι εσύ με κορόιδεψες. Τώρα όμως θα
πληρώσεις. Ξέρεις πόσες μέρες έχω να φάω; Ξύπνα, η ζωή είναι
δύσκολη. Σε κοροϊδεύει, σου βγάζει τη γλώσσα. Ξύπνα, να τη δεις,
ξύπνα, ρε.
Ο ζητιάνος τότε μου ζητούσε χρήματα, ο
θαλαμοφύλακας, όμως, τώρα, κάτι πιο δύσκολο. Μου ζητούσε να
ξυπνήσω. Βγήκα από το βυθό. Οι τύψεις εξαφανίστηκαν, η θάλασσα
άδειασε, ο ουρανός φώτισε. Ήταν η λάμπα του θαλάμου. Πεντέμισι η
ώρα.
Ένα ρεμάλι σηκώθηκε από το κρεβάτι μου. Θα ορκιζόμουν, πως
δεν ήμουν εγώ. Να όμως, που όσο βέβαιοι κι αν είμαστε κάποιες
φορές, δεν πρέπει ποτέ να ορκιζόμαστε. Είχα ζήσει το χειρότερο
εφιάλτη που μπορεί να ζήσει ένας φαντάρος μόλις καταταγεί. Η
θητεία μου ξεκίνησε με μια αυτοκτονία ενός φαντάρου,
επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα ότι βρισκόμουν στην κόλαση. Είχα
πειστεί ότι δε θα μπορούσα να προσαρμοστώ ποτέ. Προσαρμογή
σημαίνει να οικειοποιηθεί κάποιος μια κατάσταση. Έναν περιβάλλοντα
χώρο. Πώς μπορεί όμως να προσαρμοστεί στην κόλαση;
Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που συνέβη. Δεν
μπορούσα να πιστέψω ότι δεν πρόλαβα να τον αποχαιρετήσω. Το άδειο
του σώμα το έστειλαν, το ίδιο βράδυ, στη γυναίκα του. Δεν ήθελα να
φανταστώ την αντίδρασή της. Δε θέλω να τη σκέφτομαι.
Μετά το πρωινό γεύμα βρήκα την ευκαιρία και
έφτιαξα ένα μπουκέτο με πολύχρωμα χρυσάνθεμα κόβοντάς τα από έναν
κήπο του στρατοπέδου. Το πήρα μαζί μου στο θάλαμο και το άφησα
πάνω στο κρεβάτι του. Είχα ορκιστεί στον εαυτό μου ότι κατά την
παραμονή μου στο θάλαμο δε θα άφηνα κανέναν να κοιμηθεί στο πάνω
κρεβάτι. Ήταν θέμα σεβασμού και τιμής στο φίλο μου. Στην πιο
σύντομη, στην πιο ιδιότυπη φιλία. Μια σχέση, φιλική ή ερωτική δε
χαρακτηρίζεται ΄΄δυνατή΄΄ από το χρόνο διάρκειάς της, αλλά από την
υφή, την ποιότητά της. Πάντα το πίστευα αυτό. Πάντα
επιβεβαιώνεται.
Ακολούθησαν ομιλίες ανώτατων αξιωματικών οι
οποίες αρχικά αναφέρονταν στον άδικο χαμό του στρατιώτη ενώ στη
συνέχεια αφορούσαν, μεταξύ άλλων, στις συνθήκες διαβίωσης μέσα στο
στρατόπεδο, στο πρόγραμμα που πρέπει να τηρείται πιστά καθώς και
στην υπακοή προς τους ανωτέρους μας.
Το απόγευμα ήμασταν "ελεύθεροι", όσο μπορούσαν
να θεωρηθούν ελεύθερες οι κινήσεις μας στο στρατόπεδο. Την επόμενη
μέρα θα ξεκινούσε η εκπαίδευσή μας. Έτσι, βρήκα την ευκαιρία και
έκανα μια δεύτερη απόπειρα να τηλεφωνήσω στους δικούς μου και στην
κοπέλα μου, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν νέα μου. Αυτή τη
φορά η ουρά ήταν μικρότερη, σε αντίθεση με τη λαχτάρα μου. Τα
καρτοτηλέφωνα άγνωστα τότε. Καθώς συνομιλούσαμε οι μονάδες έπεφταν
χωρίς να γνωρίζουμε πόσες. Σήκωσα το ακουστικό παίρνοντας μια
βαθιά παγωμένη ανάσα. Εκπνέοντας βγήκε από το στόμα μου ένα μικρό,
λευκό, ζεστό σύννεφο. Μαζί του κουβαλούσε μέρος της αγωνίας μου
που είχε χρεωθεί η ψυχή μου. Δεν κατάφερε όμως να τη διώξει
ολόκληρη. Το σύννεφο πάγωσε γρήγορα από το κρύο, όπως η σκέψη μου.
Αρωγός σ΄ αυτή την προσπάθεια η καρδιά μου. Ήθελα να τηλεφωνήσω
στους δικούς μου, το δίλημμα όμως ήταν απόλυτο. Σε ποιόν να
τηλεφωνήσω πρώτα; Στους γονείς μου ή στην κοπέλα μου; Το δάχτυλό
μου σχημάτισε, ακούσια, έναν αριθμό. Σε λίγα δευτερόλεπτα η
απάντηση από την άλλη πλευρά της γραμμής ήρθε δυνατή, γεμάτη
αγωνία.
- Ναι;
- Γεια σου μωρό μου.
- Επιτέλους, πού είσαι;
Μου ζήτησε με την πρώτη ευκαιρία να της γράψω
γράμμα.
- Γράψε μου οτιδήποτε, αρκεί να πάρω γράμμα σου. Οτιδήποτε.
Μου μιλούσε κι αναδύονταν από την καρδιά της
λόγια που αποδείκνυαν για άλλη μια φορά την απόλυτη αγάπη και
αφοσίωσή της για μένα. Αυτά τα λόγια έφταναν μελωδικά στ’ αυτιά
μου, τα χάιδευαν, τα φιλούσαν. Ψιθύριζαν στη δική μου καρδιά και
της έλεγαν πόσο πολύ της έχει λείψει. Το αδίστακτο μαράζι, ο
αφόρητος πόνος και η ανεξέλεγκτη λύπη ανακούφισαν την καρδιά της,
αφού κατάφερα να τα βγάλω από ’κει και να τα παγιδέψω στα δάκρυά
μου. Αυτά κύλησαν γρήγορα στο πρόσωπό μου προσπαθώντας να
δραπετεύσουν και να επιστρέψουν πάλι πίσω, μέσα από το ακουστικό
μου. Μόλις άγγιξαν τα χείλη μου βγήκαν από το στόμα μου λόγια
μαγικά, λόγια απαράμιλλης αγάπης, ικανά να νικήσουν οτιδήποτε
κακό, οτιδήποτε είναι εναντίον της αγάπης. Τα δάκρυα αμέσως
έσπασαν, καταστρέφοντας το μαράζι, τον πόνο και τη λύπη της
καρδιάς της. Η φωνή της ηρέμησε, το άγχος της κόπασε και λυτρωμένη
πλέον έσπευσε να μου δώσει κουράγιο.
- Σ’ αγαπώ...καληνύχτα.
Αυτό ήταν αρκετό για να με αναστατώσει ακόμη
περισσότερο. Κατεβάζοντας το ακουστικό προσπαθούσα να ελέγξω την
ψυχική δύναμη που μου είχε απομείνει. Λίγη ήταν, τόση όση
χρειαζόμουν για να μιλήσω στη μητέρα μου. Και σ’ αυτήν τα λόγια
μου ήταν καθησυχαστικά. Τη διαβεβαίωσα ότι όλα στο στρατόπεδο
κυλούσαν ομαλά ότι τίποτε αξιόλογο δεν είχε συμβεί. Κάποιες φορές
είναι απαραίτητο να προσποιηθούμε. Να πούμε κάποιο ψέμα. «Αθώο» το
χαρακτηρίζουν κάποιοι, «αναγκαίο κακό» το αποκαλώ εγώ. Όταν με το
ψέμα είναι δυνατόν να αποφύγουμε τον πόνο και τη στενοχώρια, τότε
είναι απαραίτητο να ειπωθεί όσο πιο πειστικά γίνεται. Ψέμα βέβαια
δε θωρείται μόνο το περιστατικό ή το γεγονός που ειπώθηκε
χαλκευμένα, αλλά και αυτό που δε λέχθηκε ποτέ.
Με την κοπέλα μου όταν κατατάχθηκα στο στρατό
είχαμε σχέση ενός χρόνου. Την αγαπούσα. Από την πρώτη στιγμή που
τη συνάντησα, το ένστικτό μου είχε πεισθεί, πως αυτή θα ήταν η
γυναίκα - έρεισμα στη ζωή μου. Οκτώ χρόνια, τόσο αυτή, όσο και το
ένστικτό μου, δε με είχαν προδώσει. Μέχρι τη στιγμή, βέβαια, που
συνέβη και ήταν αναπόφευκτο.
Με ψυχή που θύμιζε γέρικο πλοίο σε μπουρίνι, με
σώμα ξύλινο και με απέραντο μαύρο κενό γύρω μου πρόσμενα να έρθει
η στιγμή, που θα παρέδιδα το κορμί μου στο κρεβάτι. Το βραδινό
φαγητό αναμενόταν με αβάσταχτη ανυπομονησία απ’ όλους, εκτός από
μένα. Το στομάχι μου ήταν σφιχτοδεμένο, κόμπος. Αρνιόταν
πεισματικά να δεχτεί τροφή. Ήμουν, ωστόσο, υποχρεωμένος να καθίσω
στο τραπέζι. Φάω, δε φάω, ουδείς ενδιαφερόταν. Αρκεί, να ήταν το
«πρόβατο» παρόν.
Η βραδινή αναφορά, τα λόγια των αξιωματικών, οι
κουβέντες των φαντάρων, όλα ήταν έξω από τ’ αυτιά μου. Όλα χάρισμά
τους. Ο Μορφέας, εκείνο το βράδυ δεν ήρθε στην ώρα του. Ήταν εκεί,
όμως, η Πούλια. Από νωρίς, είχε φτάσει. Με περίμενε υπομονετικά
έξω από το παράθυρο, δίπλα στο κρεβάτι μου. Στον παγωμένο θάλαμο
επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Έξω ξαστεριά. Η Πούλια έλαμπε. Έλαμπε
τόσο δυνατά που το φως της έφτανε μέχρι το πρόσωπό μου. Μου
έγνεψε, τρεμοσβήνοντας, στέλνοντάς μου ταυτόχρονα ένα μήνυμα,
εξιλεώνοντας έτσι τον πανικό που έπληττε κάθε μόριο της οντότητάς
μου.
- «Είμαι εδώ, όπως πάντα, μη φοβάσαι», μου ψιθύρισε.
Κουρνιάστηκα αγκαλιά με την κουβέρτα και το
σεντόνι. Έξω απ’ αυτά ήταν μόνο το πρόσωπό μου. Κοίταξα την Πούλια
και της ζήτησα δύο χάρες.
- Να προσέχεις την κοπέλα μου τις νύχτες, που δε θα είμαι
εγώ δίπλα της. Όταν, όμως, θα ξημερώνει και εσύ θα σβήνεις, να
μεταφέρεις την παράκλησή μου στον αδελφό σου, τον Αυγερινό.
- «Μην ανησυχείς, κοιμήσου τώρα», μου απάντησε και χαμήλωσε
τη λάμψη της.
Ένα απαλό αεράκι διαπέρασε το σώμα μου. Μόλις,
είχε έρθει ο Μορφέας. Είχε λόγο που καθυστέρησε. Λίγο πριν, είχε
πάει στην κοπέλα μου, για να τη μεταφέρει στον ποικιλόμορφο κόσμο
των ονείρων. Δεν κατάφερε, όμως, να απομακρύνει τις σκέψεις της
από το μυαλό της. Αμέσως, αναρωτήθηκα τι ήταν αυτό, που
μονοπωλούσε τη σκέψη της και δε μπορούσε να κοιμηθεί. Όταν η
απάντηση του Μορφέα έφτασε στ’ αυτιά μου, τότε μετάνιωσα για την
απορία, που του είχα εκφράσει.
- Η κοπέλα σου δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οι σκέψεις της είναι
τόσο ισχυρές, που ακόμη κι εγώ δεν μπορώ να τις αφορίσω. Είναι
ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, μέσα στο σκοτάδι και σε σκέφτεται.
Αναπολεί όλα αυτά, που περάσατε μαζί, όλες τις όμορφες στιγμές.
Αυτό συμβαίνει κάθε βράδυ. Κάθε βράδυ…
Ήταν αδύνατον, μετά απ’ όλ’ αυτά, να κοιμηθώ. Ο
Μορφέας κάθισε δίπλα μου και μου μιλούσε. Μου έλεγε για τις
ομορφιές τ’ ουρανού, για τ’ αστέρια, τους γαλαξίες και για ένα
σωρό μαγικά πράγματα που, συμβαίνουν κάθε βράδυ εκεί πάνω. Για
τους αέναους έρωτες, που γεννιούνται μεταξύ των αστεριών και πόσο
εύκολο είναι να το διαπιστώσουμε αυτό, όταν κοιτάξουμε ψηλά. Όταν
ένα αστέρι είναι ερωτευμένο, τρεμοσβήνει και όταν είναι
μελαγχολικό, τότε τα δάκρυά του είναι εμφανή, σε όποιον κοιτάξει
τον ουρανό. Ποιος δεν έχει δει κομήτη;
Έτσι, γλυκά, συγχαίοντας την πραγματικότητα με τη φαντασία,
έκλεισα τα μάτια μου. Ο Μορφέας με καληνύχτισε ξεδιπλώνοντας όλα
μου τα όνειρα. Εκείνα τα όνειρα, κανείς δεν μπορούσε να τα
λεηλατήσει. Ήταν όλα δικά μου και ήταν τόσο όμορφα!!!
Την επόμενη μέρα, ξεκινήσαμε την εκπαίδευση και
σύμφωνα με το ασυμβίβαστο πρόγραμμα, για τις επόμενες δεκαέξι
ημέρες, έως τη στιγμή της ορκωμοσίας, θα εξασκούμασταν στον
ομαδικό βηματισμό, εν όψη της επίσκεψης του υπουργού Εθνικής
Άμυνας. Πρωί-απόγευμα, δοκιμαστικές παρελάσεις. Δεκαέξι ημέρες
«ένα δύο-εν δυο»! Κράνος, άρβυλα, τζάκετ και πάνω απ’ αυτό μια
εξάρτυση, να δένει το σώμα μας. Η εξάρτυση, τίποτε το ιδιαίτερο.
Δύο τιράντες και στη μέση μας δεξιά και αριστερά δυο τετράγωνες
θήκες για τα φυσίγγια, που θα μας έδιναν αργότερα, μαζί με το
όπλο. Όλα μαζί, έδεναν με μια χοντρή ζώνη στη μέση. Αυτά. Λίγος ο
ιδρώτας, όταν τα αποτυπώνει κάποιος μ’ ένα στυλό, πολύς, όταν
παρελαύνει μ΄ αυτά. Λίγες, μόλις, μέρες, πριν την ορκωμοσία και
την παρέλαση, τα λιγοστά μαλλιά μου είχαν συμπιεστεί από το
κράνος. Έμοιαζαν με περούκα! Τα άρβυλα προσπαθούσαν μάταια να
προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, που λέγονταν «κάλοι». Κατά τη
διάρκεια των δοκιμαστικών παρελάσεων, γνώρισα αρκετά παιδιά. Πριν
καταταγώ όμως, μου είχαν πει να αποφύγω τις ισχυρές φιλίες στο
στρατό. Να μην εμπιστευτώ ΚΑ-ΝΕ-ΝΑΝ.
Είχα αμελήσει, για μέρες, το χαμόγελο και τη
διάθεση, με τα οποία μπήκα στο στρατόπεδο. Γρήγορα, διαπίστωσα τις
διαφορές, που είχε με την κατασκήνωση. Μάλλον, θα έπρεπε να
αναζητήσω τις ομοιότητες. Όλα απόμακρα, όλα απρόσιτα, όλα ξένα. Αν
όλες οι εποχές, στην πολιτική ζωή, φαντάζουν σαν όμορφο όνειρο,
στο στρατό μοιάζουν, το λιγότερο, με εφιάλτη.
Ήμουν ένας νέος, αρκετά πειθαρχημένος για την ηλικία μου.
Οι μεγαλύτεροι, πάντα, με αντιμετώπιζαν σαν όμοιό τους, αφού η
συμπεριφορά μου ήταν άκρως αντίθετη σε σχέση με την ηλικία μου. Δε
έτρεφα τις ψυχικές και σωματικές μου αναζητήσεις με τα ξενύχτια,
με το τσιγάρο ή το ποτό. Απείχα. Πάντα θεωρούσα ότι η κατοχύρωση
της προσωπικότητας ενός νέου δεν ενδημεί μέσα στα σκοτάδια, στα
μπαρ και στα σκυλάδικα, στην ατέλειωτη βαβούρα, παρά μόνο σε
χώρους ικανούς να προσφέρουν στην παρέα προϋποθέσεις ανταλλαγής
απόψεων και γενικότερα επικοινωνίας. Το δωμάτιό μου ήταν για μένα
ο χώρος στον οποίο ξεδίπλωνα όλα τα όνειρά μου και ανακάλυπτα τις
κρυφές πτυχές της προσωπικότητάς μου.
Οι πρώτες δεκαοχτώ μέρες στο στρατό, χωρίς
έξοδο, ήταν για μένα (πόσο, μάλλον, για τους υπόλοιπους) κάτι
αφάνταστο. Αδιανόητο. Δεκαοχτώ μέρες, χωρίς να δούμε θηλυκή γάτα!
Το πρόγραμμα ήταν απλό, άρα βαρετό. Δοκιμαστικές, φαγητό,
δοκιμαστικές, ύπνος. Οι μέρες περνούσαν και γνώριζα, πλέον, από το
πρωί, τι θα επακολουθούσε. Μία από τις επόμενες μέρες, όμως, ήταν
διαφορετική. Βρέθηκα μέσα σ’ ένα πούλμαν, το οποίο μαζί με άλλους
δεκαπέντε περίπου φαντάρους, μας οδήγησε στην Αθήνα, στο 401
Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Όλοι γνώριζαν το λόγο της επίσκεψης, έκτος
από μένα. Στις ιατρικές εξετάσεις, που είχαν γίνει στο στρατόπεδο,
με είχαν στείλει μαζί με τους «προβληματικούς», χωρίς να προλάβω
να ρωτήσω γιατί, δίχως να μου εξηγήσουν το λόγο. Τον έμαθα, όταν
τελικά μπήκα στο ιατρείο του νοσοκομείου. Η ερώτηση του γιατρού
ήταν σύντομη και διαυγής.
- Θέλεις να σου αφαιρέσουμε την ελιά;
Αναφερόταν στη μαύρη στρόγγυλη ελιά, που έχω
στο λαιμό μου και που ποτέ δε σκέφτηκα κάποιο σοβαρό λόγο, για να
τη αφαιρέσω. Όλοι, οι δικοί μου άνθρωποι, οι συγγενείς μου, οι
γνωστοί μου, σε κάθε ευκαιρία, μου υπενθύμιζαν ότι η ελιά στο
λαιμό μου, είναι σαν μια όμορφη πινελιά σ’ έναν γοητευτικό πίνακα!
Σαν την τελεία στο θαυμαστικό μιας πρότασης! Εγώ δεν ξέρω, αυτοί
τα έλεγαν. Θεωρούσαν ότι η ελιά μου, με καθιστούσε ξεχωριστό, μέσα
στη μοναδικότητά μου. Ότι, όταν μεγαλώσω, θα κάψει γυναικείες
καρδιές! Εγώ δεν ξέρω, αυτοί το έλεγαν. Κι εγώ το άκουγα. Πάντα
μου άρεσαν αυτά τα λόγια τους, ποτέ, όμως, δεν τα πίστεψα.
«Συγγενείς μου είναι», σκεφτόμουν, «τι θα πουν;» Όταν, όμως, ο
στρατιωτικός γιατρός χαρακτήρισε την ελιά μου, εμμέσως, πλην
σαφώς, παραφωνία στο υπόλοιπο σώμα μου, τότε πραγματικά με
ενόχλησε. Ταράχτηκα. Η γνώμη κάποιου τρίτου ορισμένες φορές είναι
πιο αληθινή ακόμη και από αυτή των δικών μας ανθρώπων, οι οποίοι
μας χαϊδεύουν τ’ αυτιά, επειδή μας αγαπούν. Αγαπούν ό,τι
αντιπροσωπεύει την ύπαρξή μας. Ομορφιές και ατέλειες μαζί.
- «Θα υπάρξει πρόβλημα, αν δεν βγάλουμε την ελιά;», ρώτησα
το γιατρό.
- Πρόβλημα, τι πρόβλημα; Όχι.
Δε γνώριζα τους λόγους που οι γιατροί με
οδήγησαν, για ένα τόσο ασήμαντο θέμα, στο νοσοκομείο. Ποτέ δεν
τους έμαθα. Αυτό, που γνωρίζω, είναι ότι μόλις διαφέρει κάποιος,
έστω και με την εμφάνισή του, τότε, όλοι θέλουν να τον
καταπέμψουν. Δεν πρέπει να διαφέρει. Πρέπει να είναι ίσος κι αν
είναι δυνατόν ακόμη πιο χαμηλά απ’ αυτούς. Τον χτυπούν, συνεχώς,
ανελέητα, συνήθως με αθέμιτα μέσα, μέχρι να λυγίσει. Έως ότου,
καμφθεί ψυχολογικά. Ύστερα, πίνουν! Πίνουν στην επιτυχία τους,
πίνουν στην υγειά τους. Διασκεδάζουν με τον αβάσταχτο πόνο, που
προκάλεσαν. Αγέρωχοι μες ΄την αλλοφροσύνη τους. Αδυσώπητοι
υποστηριχτές της αναλγησίας, δίχως στίγματα κοινωνικής ευγένειας
και συμπεριφοράς. Την επόμενη μέρα, θηρεύουν, άλλον έναν αδύναμο
άνθρωπο, άλλο ένα θύμα. Κάποτε, ήμουν κι εγώ ένα από αυτά τα
θύματα. Μέχρι να καλλιεργήσω την ψυχική μου άμυνα, έτσι, ώστε να
μην μπορεί κανείς να πλησιάσει τις άπειρες ευαισθησίες μου, πόσο
μάλλον να τις αγγίξει, κάποιοι ήπιαν πολλά μπουκάλια ...στην υγειά
τους!
Οι μέρες περνούσαν, χωρίς να καταφέρουν να με προσαρμόσουν
στο νέο τρόπο ζωής. Κάποια πράγματα, δε συνηθίζονται. Αυτό, που
μου έλειπε πιο πολύ απ’ όλα, δεν ήταν ούτε ο πρωινός ύπνος, ούτε
το σπιτικό φαγητό. Ο ελεύθερος χρόνος , μου έλειπε και από τότε
τον αναζητώ. Έχει χαθεί κάπου, λίγο πριν το στρατό, στα ανέμελα
παιδικά χρόνια. Σε κάποιο παγκάκι ή σε κάποιο σοκάκι κάποιας
γειτονιάς. Εκείνος ο χρόνος ήταν απεριόριστος. Εκείνος ο χρόνος δε
μου ζητούσε λογαριασμό! Ήταν όλος δικός μου και ήταν αφιλοκερδής.
Τώρα, περνά τόσο γρήγορα, που δεν προλαβαίνω να τον κοιτάξω. Πόσο
μάλλον, να τον σταματήσω. Περνά δίπλα μας, αλώβητος και μας
ειρωνεύεται. Άθλιος εραστής της στιγμής! Την αγκαλιάζει, την
αιχμαλωτίζει και την παίρνει μαζί του. Δεν αφήνει στιγμή ελεύθερη
για μας. Κι όταν, μας συναντήσει σε κάποιο κρεβάτι, μετά από
χρόνια, όπου θα έχουμε βουτήξει, μέσα στα απόκρημνα βουνά κάποιας
αρρώστιας, τότε σκύβει πάνω μας και ξετυλίγει, μπρος στα μάτια μας
όλες τις στιγμές, που δεν προλάβαμε να ζήσουμε. Μας τις προσφέρει,
τότε που είμαστε ανίκανοι να τις χαρούμε. Τύραννος και δολοφόνος.
Αντάρτης και πολεμοχαρής. Ας, μου δώσει κάποιος ένα όπλο, μια
ελπίδα, κάτι να τον πολεμήσω. Ένα απέραντο κενό, να τον ρίξω μέσα.
Ένα δίχτυ, να τον παγιδέψω. Ας, δραπέτευε από τα αδίστακτα ρολόγια
του, έστω μία από τις άπειρες στιγμές, που κρατά σφιχτά
αιχμάλωτες. Ας, μπορούσα να του την κλέψω. Μια στιγμή θέλω, για να
χαρώ, λίγο, κι εγώ. Έστω, ένα δευτερόλεπτο. Τόσο, θα χρειαζόμουν,
για να τον κοιτάξω βαθιά μέσα στα αιώνια μάτια του και να
τον...φτύσω.
Λίγοι πήγαμε στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο, ακόμη
πιο λίγοι επιστρέψαμε. Οι υπόλοιποι έμειναν για επιπλέον
εξετάσεις. Κάποιοι απ’ αυτούς, δεν επέστρεψαν ποτέ. Η θητεία τους
είχε λήξει, είτε, λόγω, ψυχολογικών προβλημάτων, είτε, λόγω,
σωματικής διάπλασης, ανίκανης να αντεπεξέλθει στις στρατιωτικές
υποχρεώσεις.
Κάποια από τις μοναχικές στρατιωτικές βραδιές,
με βρήκε καθισμένο απέναντι από το κτίριο της διμοιρίας μου με μια
κόλα χαρτί και ένα στυλό στο χέρι. Είχα στη διάθεσή μου, μόλις
είκοσι λεπτά, για να γεμίσω το χαρτί με λόγια, με λέξεις, που θα
είχαν παραλήπτη την καρδιά της αγαπημένης μου. Ήθελα να της γράψω
τόσα πολλά, θα μπορούσα να γεμίσω ολόκληρα τετράδια και να αδειάσω
ατέλειωτα στυλό. Ήταν όμως αδύνατον, κάτω από τη χρονική πίεση να
αποτυπώσω όλες τις λέξεις αγάπης που κάλπαζαν στην ψυχή και την
καρδιά μου. Ένα μεγάλο μέρος από το λευκό χαρτί περίσσεψε, το
στυλό παρέμεινε, σχεδόν γεμάτο και η απελπισία μου ήταν ευδιάκριτη
από τη δουλοπρεπή ευλυγισία της σπονδυλικής μου στήλης και το
νωχελικό περπάτημά μου. Δυο λόγια πρόλαβα, αυτά της έγραψα. Τα
υπόλοιπα παρέμειναν στην ψυχή και στην καρδιά μου.
Ο αιώνας, οι δεκαοχτώ μέρες, πέρασε. Η
ορκωμοσία και η παρέλαση έγιναν παρουσία κόσμου, καθώς και
πολιτικών και στρατιωτικών φορέων της πόλης. Μόλις έφτασε, με
ελικόπτερο, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, ξεκίνησε η διαδικασία της
ορκωμοσίας. Σε θέση προσοχής, με τεταμένο το δεξί μας χέρι και με
τα δάχτυλα ενωμένα, ορκιστήκαμε να υπηρετούμε το Σύνταγμα και να
φυλάττουμε με πίστη την Πατρίδα. Όλοι οι συγγενείς των φαντάρων,
όλες οι αγαπημένες τους ήταν εκεί. Όλοι, εκτός από τους γονείς
μου, την κοπέλα μου και την γυναίκα του φίλου μου, που έχασε τον
άνθρωπό της, στο όνομα της στρατιωτικής πειθαρχίας! Οι γονείς μου
επικαλέστηκαν φόρτο εργασίας. Η κοπέλα μου διάβαζε για το πτυχίο
των Αγγλικών. Η γυναίκα του φίλου μου είχε κάθε λόγο να απουσιάζει
από την ορκωμοσία. Μισούσε το στρατό. Ο άνδρας της είχε υποκύψει
στη λογική του στρατού που, ενίοτε, θέλει τους φαντάρους ψυχρούς
και άβουλους μαχητές. Πολλές φορές τους αφαιρεί κάθε προσωπικό
στοιχείο, θεωρώντας ότι έτσι θα απομακρύνει τις αδυναμίες τους
ατσαλώνοντας ταυτόχρονα το σώμα τους και μετατρέποντάς τους σε
σκληροτράχηλους άνδρες. Πώς είναι δυνατόν όμως να δυναμώσει
κάποιος, όταν μαζί με τις αδυναμίες του αφαιρείται και η ψυχή του;
Ο φίλος μου προτίμησε να την αφαιρέσει μόνος του!
Ο Συνταγματάρχης μετά το πέρας της ορκωμοσίας, στάθηκε
μπροστά από το μικρόφωνο και απευθύνθηκε στο πλήθος και τους
φαντάρους.
- ...Εκ μέρους της στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας, που με
συλλυπητήρια τηλεγραφήματα εξέφραζαν την οδύνη τους, καθώς και
όλων των αξιωματικών, εκφράζω τη βαθύτατη λύπη μας για τον άδικο
χαμό ενός νέου φαντάρου στο σύνταγμά μας και την αμέριστη
συμπαράστασή μας στην οικογένειά του. Προς τιμήν του, θα
κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή. ΤΑΓΜΑ. ΠΡΟΣΟ-ΧΗ.
Εκείνο το λεπτό δεν ήταν ικανό να φέρει πίσω τον φίλο μου,
ήταν αρκετό, όμως, για να εδραιώσει στη μνήμη μου τις λίγες
στιγμές, που πέρασα μαζί του και τα πολλά αισθήματα, που μου
προκάλεσαν. Στην αρχή, όταν τον παρατηρούσα, πίστευα πως ήταν
άνθρωπος κακεντρεχής, αργότερα, όμως, μου απέδειξε, τον πόνο που
έκρυβε στην ψυχή του. Ένα μυστικό, που δεν το γνώριζε κανείς,
μέχρι τη στιγμή, που το εκμυστηρεύτηκε σε μένα. Έτσι, απλά και
ανθρώπινα είχε την ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον για το δράμα του.
Ήταν η πρώτη φορά, που αισθάνθηκε ότι η προσωπική του τραγωδία θα
άγγιζε την ψυχή κάποιου ανθρώπου, την ψυχή μου και εκεί θα έμενε
ασφαλής. Ήταν η τελευταία φορά, που μίλησε γι’ αυτό.
Οι σκέψεις μου έσβησαν, μόλις ακούστηκε και πάλι από τα
μεγάφωνα η βραχνή, αγέρωχη και επιτακτική φωνή του Συνταγματάρχη.
- ΤΑΓΜΑ. ΗΜΙ-ΑΝΑΠΑΥΣΗ.
Μετά την προσταγή του μπορούσα να κινηθώ
ελεύθερα, μπορούσα, πλέον, να μαζέψω τα πηχτά δάκρυα από το
πρόσωπό μου.
«Αντίο φίλε, θα σε θυμάμαι πάντα»,
σιγοψιθύρισα. Δυο κινήσεις του χεριού μου ήταν αρκετές για να
σκουπίσουν τα δάκρυά μου, δεν έφταναν, όμως, για να σβήσουν τον
πόνο. Μάζεψα τα δάκρυα, μάζεψα τις σκέψεις μου και μαζί με τους
υπόλοιπους και με τις καθοδηγίες του βαθμοφόρου, έφτασα στο
σημείο, απ’ όπου θα ξεκινούσε η παρέλαση.
Δεκαπέντε μέρες, περίπου, εξαντλητικές δοκιμαστικές
παρελάσεις, για να βαδίσουμε μόνο διακόσια μέτρα. Η παρέλαση
ξεκίνησε. Δεν έμοιαζε, όμως, σαν αυτές του σχολείου. Το βήμα μας
ήταν πιο τρανταχτό, πιο αποφασιστικό, πιο χυτό. Με την άκρη του
ματιού μου έβλεπα χέρια να χειροκροτούν, πρόσωπα να χαμογελούν,
στόματα να ζητωκραυγάζουν. Κάπου, μέσα στο πλήθος διέκρινα τα
χαμογελαστά πρόσωπα των γονιών μου ή τουλάχιστον, έτσι πίστεψα.
Εκείνες τις στιγμές, αισθανόμουν τόσο περήφανος, που ήθελα να τις
μοιραστώ με κάποιον δικό μου άνθρωπο. Εκεί, όμως, δεν ήταν κανείς.
Ήταν τόσοι πολλοί, αλλά για μένα κανείς. Ένα από τα πράγματα, που
αναμένει με αγωνία μια μητέρα είναι να δει το γιο της φαντάρο.
Αυτό ήθελε και η δική μου, να, όμως, που οι ακόρεστες υποχρεώσεις
της καθημερινής μας ζωής είναι υπέρ αρκετές για να μας
απομακρύνουν, ακόμη, και από τους αγαπημένους μας. Η ζωή τους
εξελίσσεται, μεταλλάσσεται κι εμείς απουσιάζουμε ακόμη και από τα
πιο σημαντικά γεγονότα. Στους σταθμούς της ζωής τους το όνομά μας
δεν συμπεριλαμβάνεται στην κατάσταση με τους επιβάτες. Δεν
ακολουθούμε. Όταν κάποια στιγμή δραπετεύσουμε από τις καθημερινές
μας ασχολίες και βρούμε το χρόνο να επισκεφτούμε το σταθμό, τότε
θα διαπιστώσουμε ότι δεν υπάρχει κανείς. Θα διαπιστώσουμε, ότι η
ζωή των αγαπημένων μας έχει προχωρήσει και βρίσκεται σε άλλο
σταθμό. Και πάλι απουσιάζουμε και πάλι φτάνουμε καθυστερημένα και
πάλι τους ζητούμε την κατανόησή τους για την απουσία μας.
Η απόσταση, που χώριζε το στρατόπεδο από το
σπίτι μου ήταν πάνω από χίλια χιλιόμετρα. Παρ’ όλ’ αυτά,
οδοιπορικά δε μου έδωσαν. Πώς ήταν δυνατό μέσα σε τρεις μέρες,
τόσο διαρκούσε η άδεια ορκωμοσίας και ίσχυε για όλους, να έφτανα
στο σπίτι μου, όταν μόνο για το ταξίδι χρειαζόμουν δύο μέρες;
Τότε, γνωρίστηκα με την αποφασιστικότητά μου. Ήταν η πρώτη φορά,
που τόλμησα κάτι με το οποίο μπορεί να μη συμφωνούσε ο χαρακτήρας
μου, αυτό, όμως, δεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Η εν λόγω
αποφασιστικότητα με βρήκε έξω από το γραφείο του Συνταγματάρχη και
οδήγησε τα δάχτυλά μου στην ξύλινη καφέ πόρτα του. Το χέρι μου
έτρεμε. Το μόνο, που χρειαζόταν, για να χτυπήσω την πόρτα τρεις
φορές ήταν απλά να ακουμπήσω το δάχτυλό μου πάνω της, χωρίς να
επαναλάβω εκούσια την κίνηση. Η απάντηση πίσω από την πόρτα ήρθε
λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, επιβλητική, μαρμάρινη, αβυσσαλέα.
- Εμπρός.
Πίεσα κάτω το σιδερένιο χερούλι και η πόρτα
άνοιξε, τρίζοντας. Αυτό, που ξεδιπλώθηκε στα μάτια μου ήταν αρκετό
για να ξεδιπλώσει στο μυαλό μου ένα διάχυτο δέος. Λίγα μέτρα πιο
πέρα, ένα τεράστιο γραφείο γεμάτο χαρτιά. Μπροστά του, ένα
μεταλλικό τραπεζάκι με τρεις καρέκλες και πίσω του καθισμένος, σε
μια μεγάλη δερμάτινη μαύρη πολυθρόνα, ο Συνταγματάρχης. Το κεφάλι
του ήταν σκυμμένο. Δε γύρισε να με κοιτάξει, κάτι έγραφε. Έκανα το
πρώτο βήμα, πατώντας τη γυαλιστερή, πεντακάθαρη μοκέτα. Μετά το
δεύτερο, στρέφοντας το βλέμμα χαμηλά πίσω μου, διέκρινα στην
αστραφτερή μαύρη μοκέτα ένα αστραφτερό άσπρο ίχνος. Ασβέστης! Το
κατόρθωμα ήταν δικό μου. Λίγο πριν, είχα περάσει μπροστά από ένα
κτίριο, που ασβέστωναν δύο φαντάροι. Παραμέλησα το ίχνος και
προχώρησα.
Σε στάση προσοχής, βγάζοντας το τζόκεϊ, «παρουσιάστηκα»,
όπως μας είχαν μάθει.
- Στρατιώτης πεζικού Τζουμπρής Χρήστος, πρώτος λόχος,
τέταρτη διμοιρία.
Το βλέμμα του Συνταγματάρχη εξακολουθούσε να μονοπωλείται
από κάτι που δε γνώριζα. Ωστόσο, η πρώτη αντίδραση ήρθε από το
στόμα του κατευθείαν στ’ αυτιά μου, κινητοποιώντας όλη μου τη
δειλία, όλο μου τον τρόμο.
- Δεν έφαγες σήμερα το πρωί, φαντάρε;
Αυτό ήταν. Είχα μετανιώσει την ώρα και τη
στιγμή, που αποφάσισα να μπω στο γραφείο του. Επανέλαβα τη γνωστή
«ιστορία» με πιο δυνατή, αλλά αυτή τη φορά τρεμάμενη φωνή.
- Στρατιώτης πεζικού Τζουμπρής Χρήστος, πρώτος λόχος,
τέταρτη διμοιρία.
Είμαι ακόμη περίεργος να μάθω, τι ήταν αυτό,
που έγραφε. Ήταν τόσο αφοσιωμένος, που ούτε ο ήχος του τηλεφώνου
ήταν ικανός να του αποσπάσει την προσοχή. Όταν, μετά από λίγα
δευτερόλεπτα αποφάσισε να σηκώσει το ακουστικό εξακολουθούσε να
γράφει, ενώ απαντούσε με λόγια κοφτά.
- Ναι,..., θα δω τι μπορώ να κάνω...θα προσπαθήσω και...,
ναι...
Το τηλεφώνημα έδωσε παράταση στην αγωνία και στο
πανικό μου. Ήξερα, ότι σε λίγα λεπτά όλα θα είχαν τελειώσει.
Φαντάστηκα, ότι σύντομα θα τελείωνε η συζήτησή μας (;) και ότι θα
’βγαινα επιτέλους από εκείνο το καταραμένο γραφείο. Δε γνώριζα,
βέβαια, εάν θα ’βγαινα ζωντανός ή νεκρός; Πάντως, θα έβγαινα.
Το τηλέφωνο έκλεισε. Ο χτύπος της καρδιάς μου
αμέτρητος, έφτασε μέχρι τη σκέψη μου και της είπε να με ρωτήσει
κάτι πολύ φυσιολογικό, για κείνη τη στιγμή: «Θέλει ο Χρήστος να
πεθάνει τώρα ή λίγο αργότερα;» Μην περιμένετε απάντηση, δεν έδωσα.
Ήταν η πρώτη φορά, που αντίκρισα το
Συνταγματάρχη από τόσο κοντά. Δεν είχαν πολλοί αυτή την
πολυτέλεια. Δύο χιλιάδες φαντάροι ήταν στο στρατόπεδο. Όλοι τους
αισθάνονταν δέος και μόνο στο άκουσμα του ονόματός του. Ήταν, γι’
αυτούς, απρόσιτος. Όλες οι εντολές, που επηρέαζαν τη ζωή μας στο
στρατόπεδο ξεκινούσαν από το στόμα του Συνταγματάρχη.
Το πρόσωπό του ήταν φρεσκοξυρισμένο χωρίς
μουστάκι, σπάνιο για στρατιωτικό, αλλά με πυκνά φρύδια . Τα μάτια
του, μάλλον γαλαζοπράσινα, μικρά και σχιστά, τόσο όσο να
αναρωτιέται κανείς αν βλέπει ή όχι. Όταν, επιτέλους, έστρεψε το
κραυγαλέο βλέμμα του πάνω μου, τότε ήθελα να το κατεβάσω εγώ κι
όταν εξακολούθησε να μου μιλάει με έντονο ύφος, τότε, είχα έναν
εσωτερικό παρορμητισμό. Ήθελα να το βάλω στα πόδια!
- Φαντάρε, δε θυμάμαι να ζήτησες στην «αναφορά» του λόχου
σου συνάντηση με τον Συνταγματάρχη.
Οποιοδήποτε αίτημα ή παράπονο απασχολεί κάποιον
φαντάρο, έχει τη δυνατότητα και το δικαίωμα να το εκφράσει στην
πρωινή «αναφορά» του λόχου του. Εκεί, θα έπρεπε να απευθυνθώ, πριν
χτυπήσω την πόρτα του Συνταγματάρχη. Όλοι στο στρατό λειτουργούν
ιεραρχικά. Όλοι, εκτός από μένα, όπως αποδείχθηκε. Εν τω μεταξύ, ο
Συνταγματάρχης περίμενε ασάλευτος την απάντησή μου.
Το ανθρώπινο μυαλό λειτουργεί με <<γρανάζια>>
και <<σούστες>>. Όταν τα γρανάζια είναι καλά λαδωμένα, τότε
λειτουργεί, «τρέχει». Όταν οι σούστες δεν είναι σκουριασμένες,
τότε ελίσσεται στις δύσκολες στιγμές. Όταν, όμως, τόσο τα γρανάζια
, όσο και οι σούστες έχουν σκουριάσει, τότε συμβαίνει το εξής
τραγικό γεγονός. Βρίσκεται κάποιος μπροστά σε έναν Συνταγματάρχη
και, έχοντας την επιθυμία να εξαφανιστεί από προσώπου γης, ψάχνει
να βρει τους λόγους, που τον οδήγησαν εκεί.
- Κύριε Διοικητά, θέλω να σας ζητήσω μια χάρη (!)
- Φαντάρε, είσαι θρασύτατος! Χάρη να ζητήσεις από την κυρά-Κατίνα
της γειτονιάς σου, εδώ, είναι στρατός.
- Ναι, κύριε Διοικητά, το γνωρίζω, αλλά...
- Έλα, λέγε, τι θέλεις; Θρασύτατη νεολαία...
- Να, επειδή η άδεια ορκωμοσίας δε μου αρκεί για να φτάσω
στο σπίτι μου, στην Κομοτηνή, θα ήθελα, αν γινόταν...