Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ
Ιστορία
"Όπως την ημέρα δεν υπάρχει πιο ζεστό και πιο φωτεινό αστέρι στον ουρανό
από τον ήλιο, ομοίως δεν υπάρχει μεγαλύτερη αθλητική συνάντηση από αυτή
των Ολυμπιακών Αγώνων."
Πίνδαρος, Έλληνας λυρικός ποιητής, 5ος αιώνας π.Χ.
Η άποψη αυτή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες έχει τις ρίζες της στην αρχαία
Ελλάδα, τη χώρα όπου σύμφωνα με ιστορικές πηγές πραγματοποιούνται οι
πρώτοι Αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες το 776 π.X. και αναπτύσσονται οι
βασικές αξίες του Ολυμπισμού ως πρότυπα ανθρώπινης δημιουργίας και
αρετής. Η ευγενής άμιλλα, η ειρήνη και η πνευματική καλλιέργεια
αναδεικνύονται μέσα από τον αθλητισμό και τους Αγώνες επί 12 περίπου
αιώνες. Ο θεσμός θα καταργηθεί τελικά το 393 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα
Θεοδόσιο ως ειδωλολατρικό πρότυπο.
Το 1896, χάρη στη μεγάλη προσπάθεια του Γάλλου Pierre de Coubertin και
ευεργετών όπως ο Δημήτριος Βικέλας, ο αρχαίος θεσμός ξαναζωντανεύει με
τους πρώτους Σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες που πραγματοποιούνται στην
Αθήνα. Το Ελληνικό έθνος και όλος ο κόσμος αγκαλιάζει την αναβίωσή τους
και τους καθιερώνει για άλλη μια φορά ως το μεγαλύτερο αθλητικό γεγονός
στο κόσμο. Έκτοτε, οι Αγώνες ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο κάνοντας
σταθμούς σε πόλεις με διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς,
αντιμετωπίζουν νέες προκλήσεις και εξελίσσονται.
Αρχαιότητα
Η Αρχαία Ολυμπία
Η Ολυμπία βρίσκεται στην Πελοπόννησο, η οποία σύμφωνα με την ελληνική
μυθολογία, αποτελούσε το νησί του "Πέλοπα", ιδρυτή των Ολυμπιακών
Αγώνων. Αποτελεί ένα χώρο μοναδικής φυσικής ομορφιάς, όπου δέσποζαν
επιβλητικοί και περίτεχνοι ναοί, αναθηματικά κτίρια και αθλητικές
εγκαταστάσεις.
Από τις αρχές του 10ου αιώνα, η Ολυμπία λειτουργούσε ως ιερός χώρος όπου
διεξάγονταν θρησκευτικές δραστηριότητες. Στο κέντρο της Ολυμπίας
κυριαρχούσαν οι μεγαλοπρεπείς ναοί του Δία και της Ήρας, ενώ το Στάδιο
που βρίσκονταν εκεί μπορούσε να φιλοξενήσει περισσότερους από 40.000
θεατές. Μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. κτίστηκαν βοηθητικά κτίρια τα οποία
χρησιμοποιούνταν από τους αθλητές ως χώροι προπόνησης και φιλοξενίας των
κριτών κατά τη διάρκεια των Αγώνων.
Ιστορία της Ολυμπίας
Ο αρχαιολογικός χώρος της Ολυμπίας, ο οποίος ήταν θαμμένος κάτω από τη
λάσπη του παρακείμενου ποταμού μέχρι την ανακάλυψή του το 1766, δεν
αποτέλεσε σημείο ιδιαίτερης εξερεύνησης και ανασκαφών έως τις αρχές του
19ου αιώνα, όταν, υπό την εποπτεία του Γερμανού αρχαιολόγου Ernst
Curtius, αποκαλύφθηκαν πολλοί θησαυροί, συμπεριλαμβανομένου του
εξαιρετικού αγάλματος του Ερμή που βρισκόταν στο ναό της Ήρας. Μερικοί
ιστορικοί ισχυρίζονται ότι ο Curtius, εμπνευσμένος από τα σπουδαία
ευρήματά του στην Ολυμπία, πρώτος πρότεινε να αναβιώσουν οι αρχαίοι
Ολυμπιακοί Αγώνες, ιδέα η οποία υλοποιήθηκε από το Γάλλο βαρόνο Pierre
de Coubertin.
Ολυμπιακοί Αγώνες κατά την αρχαιότητα
Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες
πραγματοποιήθηκαν το 776 π.X. Ήταν αφιερωμένοι σε Έλληνες θεούς και
τελούνταν στην Ολυμπία, η οποία ήταν γνωστή για τους μεγαλοπρεπείς ναούς
του Δία και της Ήρας. Αρχικά συνδύαζαν θρησκευτικές τελετές με αθλητικά
αγωνίσματα, πολλά από τα οποία ήταν εμπνευσμένα από αρχαίους Ελληνικούς
μύθους.
Οι αρχαίοι Αγώνες είχαν τόσο σημαντικό ρόλο στην Ελλάδα, ώστε τα τέσσερα
χρόνια μεταξύ κάθε Ολυμπιάδας αποτελούσαν και τη μονάδα μέτρησης του
χρόνου. Συμμετείχαν αθλητές από κάθε γωνιά της Ελλάδος με σκοπό να
κερδίσουν τον κότινο (στεφάνι ελιάς) και να επιστρέψουν ως ήρωες στις
πόλεις-κράτη τους. Εκτός όμως από τη μεγάλη νίκη, Ολυμπιακές αξίες όπως
η ευγενής άμιλλα και η ισορροπημένη συνύπαρξη νου και σώματος, έδιναν
μια ακόμα διάσταση στη συμμετοχή των αθλητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Με την πάροδο του χρόνου, η ανάπτυξη των Αγώνων συνοδεύτηκε από τη
διαμόρφωση ενός συγκεκριμένου προγράμματος αγωνισμάτων και την εφαρμογή
της Ολυμπιακής Εκεχειρίας. Η διεξαγωγή τους διήρκησε τελικά σχεδόν 12
αιώνες, έως ότου ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος το 393 μ.Χ. εξέδωσε διάταγμα
το οποίο απαγόρευε την τέλεση παρόμοιων "παγανιστικών τελετών"
ισχυριζόμενος ότι με τους Αγώνες, ένα υπερβολικά μεγάλο μέρος του
ενδιαφέροντος του κόσμου εξαντλείτο σε αθλητικές και πνευματικές
διοργανώσεις.
Αγωνίσματα
Οι αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες περιλάμβαναν τα ακόλουθα αγωνίσματα:
To Πένταθλο, το οποίο προστέθηκε στο αγωνιστικό πρόγραμμα το 708 π.Χ.,
περιλάμβανε τα εξής αγωνίσματα:
Δρόμος:
Στις αρχές οι αθλητές φορούσαν ένα κομμάτι ύφασμα γύρω από τη μέση τους,
ενώ αργότερα συναγωνίζονταν γυμνοί, με εξαίρεση τον "οπλίτη δρόμο" κατά
τον οποίο οι δρομείς φορούσαν ασπίδα, κράνος και περικνημίδες. Οι αγώνες
δρόμου περιελάμβαναν:
το στάδιο (μήκος ενός σταδίου, 200 μ.)
ο δίαυλος (μήκος δύο σταδίων, 400 μ.)
ο δόλιχος (δρόμος αντοχής, μεταξύ 7-24 σταδίων, δηλαδή 1.400-4.800 μ.)
'Aλμα:
Oι αθλητές των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων χρησιμοποιούσαν λίθινα ή
μολυβένια βάρη, τους αλτήρες, για να αυξήσουν την απόσταση που πηδούσαν.
Κρατούσαν τους αλτήρες μέχρι το τέλος του άλματος, οπότε τους πετούσαν
πίσω. Μετά προσγειώνονταν στο έδαφος με τα πόδια κλειστά. Κατά καιρούς,
το άλμα συνοδευόταν από έναν αυλητή του οποίου οι ήχοι υπογράμμιζαν το
ρυθμό και τη μουσική ροή ενός καλά εκτελεσμένου άλματος.
Δίσκος:
Το αγώνισμα αυτό έχει μια μεγάλη παράδοση που πηγάζει από την περιγραφή
του Oμήρου για τους επιτάφιους αγώνες που διοργάνωσε ο Αχιλλέας προς
τιμήν του νεκρού του φίλου Πάτροκλου. Ο δίσκος ήταν αρχικά φτιαγμένος
από πέτρα και αργότερα από σίδηρο, μολύβι ή χαλκό. Η τεχνική ήταν πολύ
κοντά σε αυτή της σημερινής τεχνικής ελεύθερης ρίψης.
Πάλη:
Μεγάλη αξία έδιναν στην πάλη, ως μορφή στρατιωτικής άσκησης χωρίς όπλα.
Το αγώνισμα έληγε όταν ένας από τους δύο αθλητές παραδεχότανε την ήττα
του.
Ακόντιο:
Το ακόντιο αναφέρεται επίσης από τον Όμηρο ως ένα από τα αθλήματα των
αγώνων που διοργάνωσε ο Αχιλλέας για να τιμήσει το φίλο του Πάτροκλο. Οι
αθλητές της αρχαίας Ελλάδας προσάρμοζαν την αγκύλη, μια λωρίδα δέρματος
που σχημάτιζε βρόχο, στο κέντρο βάρους του ακοντίου. Η αγκύλη
υποβοηθούσε τη ρίψη με δύο τρόπους: αύξανε τη δύναμη της ρίψης γιατί
έκανε ασφαλέστερη τη λαβή και επιπλέον σταθεροποιούσε την πορεία του,
βοηθώντας το να διανύσει μεγαλύτερη απόσταση. Υπήρχαν δύο τύποι αυτού
του αγωνίσματος: η ρίψη ακοντίου στη μεγαλύτερη απόσταση και η ρίψη του
σε προκαθορισμένο στόχο.
Η Πυγμαχία συμπεριλήφθηκε στους Αγώνες το 688 π.Χ. Έχει αρχικά αναφερθεί
από τον Όμηρο, ενώ ιδρυτής της θεωρείται ο Θεός Απόλλων. Οι πυγμάχοι
τύλιγαν τα χέρια τους με τους ιμάντες, δηλαδή λωρίδες από μαλακό δέρμα
βοδιού, για να ενισχύουν τους καρπούς και να υποστηρίζουν τα δάχτυλα. Με
την πάροδο του χρόνου, η μορφή αυτών των ιμάντων εξελίχθηκε και
προστέθηκαν λωρίδες από σκληρότερο δέρμα γύρω από τις κλειδώσεις των
δακτύλων, για να κάνουν τα χτυπήματα δυνατότερα.
Το Παγκράτιο προστέθηκε το 648 π.Χ. Οι Έλληνες πίστευαν ότι το παγκράτιο
ιδρύθηκε από το μεγάλο ήρωα της Αττικής Θησέα, ο οποίος συνδύασε την
πάλη και την πυγμαχία για να εξοντώσει το Μινώταυρο. Θεωρούταν ένα από
τα σκληρότερα αθλήματα.
Ιππικά Αγωνίσματα:
Ιππικοί αγώνες και αρματοδρομίες λάμβαναν χώρο στον Ιππόδρομο, μία
πλατιά, επίπεδη, ανοιχτή επιφάνεια. Ο Ποσειδώνας, προστάτης των ιππικών
αγώνων, λέγεται ότι ήταν κύριος του διάσημου αλόγου Αρείωνα με το οποίο
ο Ηρακλής νίκησε τον Κύκνο, το γιο του Άρη, σε μια ιπποδρομία στην Τροιζήνα.
Ολυμπιακά βραβεία:
Το μεγαλείο της συμμετοχής και επιτυχίας
"Όταν ο Πέρσης αξιωματικός Τιγράνης άκουσε ότι το βραβείο δεν ήταν ένα
χρηματικό ποσό αλλά ένα στεφάνι ελιάς, δεν μπόρεσε να κρατηθεί και
φώναξε: 'Θεέ μου. Μαρδόνιε, με τι είδος ανθρώπους μας έφερες
αντιμέτωπους; Αυτοί δεν αγωνίζονται για τα χρήματα, αλλά για τη δόξα και
την επιτυχία".
Ηρόδοτος, Ιστορία,8.26.3
Όντως, αυτό που χαρακτήριζε τους αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες ήταν το
μεγαλείο της επιτυχίας. Οι Ολυμπιονίκες μοιράζονταν τη λαμπρότητα και τη
φήμη των πρώτων μυθικών ηρώων. Η νίκη θεωρούνταν η μεγαλύτερη τιμή την
οποία ένας θνητός μπορούσε να κατακτήσει. Όταν δε, κάποιος γινόταν
Ολυμπιονίκης τρεις φορές, δοξαζόταν με αγάλματα που αναπαριστούσαν το
κατόρθωμά του. Οι πιο γνωστοί ποιητές της εποχής, όπως ο Πίνδαρος, ο
Βακχυλίδης και ο Συμεωνίδης, υμνούσαν τις νίκες με ωδές οι οποίες ήταν
γνωστές σαν Επινίκια. Οι νικητές είχαν κάποια σημαντικά πλεονεκτήματα
όπως απαλλαγή από τη φορολογία, ενώ παράλληλα ειδικά νομίσματα κόβονταν
προς τιμή νικητών των ιππικών αγωνισμάτων.
Η τελετή απονομής:
Ο Ολυμπιονίκης έπαιρνε τα πρώτα του έπαθλα αμέσως μετά από το τέλος του
αγώνα. Με την ανακοίνωση του ονόματος του νικητή από τον κήρυκα, ένας
Ελλανοδίκης (κριτής) τοποθετούσε ένα κλαδί φοίνικα στα χέρια του, ενώ οι
θεατές ζητωκραύγαζαν και τον έραναν με λουλούδια. Κόκκινες κορδέλες
δένονταν στο κεφάλι και τα χέρια του ενδεικτικά της νίκης του.
Η επίσημη τελετή απονομής των βραβείων γινόταν την τελευταία μέρα των
αγώνων στον υπερυψωμένο πρόναο του ναού του Δία. Με δυνατή φωνή, ο
κήρυκας ανακοίνωνε το όνομα του Ολυμπιονίκη, του πατέρα του και της
πόλης του. Έπειτα, ο Ελλανοδίκης στεφάνωνε το νικητή με τον κότινο
(στεφάνι ελιάς). Σύμφωνα με το Φλέγωνα, Έλληνα συγγραφέα του 2ου αιώνα
μ.Χ., το στεφάνι ελιάς καθιερώθηκε για πρώτη φορά το 752 π.Χ. ύστερα από
χρησμό του Μαντείου των Δελφών.
Όλοι οι θεατές ήταν ευπρόσδεκτοι στην τελετή απονομής, ώστε να
συμμετέχουν στην ιδιαίτερα εορταστική ατμόσφαιρα.
Αναβίωση:
Ολυμπιακοί Αγώνες στη σύγχρονη εποχή
Τον 19ο αιώνα, ο Ευάγγελος Ζάππας και ο Δημήτριος Βικέλας ήταν μεταξύ
των διανοούμενων που οραματίστηκαν την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων.
Τελικά, ο Γάλλος Βαρόνος Pierre de Coubertin ενορχήστρωσε την επανίδρυση
των Αγώνων θέλοντας να προωθήσει τον συνδυασμό του αθλητισμού με τις
αξίες της Κλασικής Ελλάδας ανοίγοντας το δρόμο για την διοργάνωση των
πρώτων Σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων το 1896.
Το Ελληνικό κοινό, από την πρώτη στιγμή αγκάλιασε την αναβίωση των
Αγώνων και συμμετείχε στις προσπάθειες για τη διοργάνωσή τους. Οι όποιες
οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε το κράτος λύθηκαν με την βοήθεια
του κόσμου και των ευεργετών. Η ανακαίνιση του αρχαίου Παναθηναϊκού
Σταδίου το οποίο φιλοξένησε τους πρώτους σύγχρονους Αγώνες
χρηματοδοτήθηκε από τον Γεώργιο Αβέρωφ, εθνικό ευεργέτη από τη Βόρεια
Ελλάδα.
Η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων συνοδεύτηκε από την καθιέρωση μιας
σειράς Ολυμπιακών Παραδόσεων (όπως ο Ολυμπιακός Ύμνος, η Ολυμπιακή
Σημαία, ο Ολυμπιακός Όρκος, η Ολυμπιακή Φλόγα και Δάδα και η Ολυμπιακή
Εκεχειρία).
Από το 1896, οι Ολυμπιακοί Αγώνες διεξήχθησαν σε διαφορετικές χώρες και
ηπείρους, ενώ το 2004, οι 28οι Ολυμπιακοί Αγώνες θα φιλοξενηθούν στο
λίκνο τους.
Ευεργέτες της Αναβίωσης των Αγώνων:
Ο Ευάγγελος Ζάππας (1800-1865) ήταν ένας εύπορος γαιοκτήμονας που ζούσε
στο Βουκουρέστι και συγκινήθηκε βαθιά από το άρθρο του Έλληνα ποιητή
Αλέξανδρου Σούτσου, το οποίο ζητούσε την αναβίωση των Αγώνων. Ο Ζάππας
αποφάσισε να διαδώσει την ιδέα του Σούτσου και αρκετά πριν τους Αγώνες
του 1896, χρηματοδότησε τα Ζάππεια Ολύμπια, ένα συνδυασμό γεωργικών,
βιομηχανικών και αθλητικών εκδηλώσεων.
Ο Δημήτριος Βικέλας (1835-1908) ήταν Έλληνας διανοούμενος, ο οποίος
ζούσε στο Λονδίνο και παρευρέθηκε στο Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο του
Παρισιού το 1894 ως μέλος του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου της
Αθήνας. Πρότεινε την Αθήνα ως το χώρο τέλεσης των πρώτων σύγχρονων
Ολυμπιακών Αγώνων και κατάφερε να αλλάξει την προειλημμένη απόφαση για
την διοργάνωση των Αγώνων στο Παρίσι το 1900. Αργότερα έγινε ο πρώτος
Πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (ΔΟΕ).
Pierre de Coubertin:
Ο Γάλλος βαρόνος Pierre de Coubertin (1863-1937) ήταν ένας λαμπρός
εκπαιδευτικός και επιστήμονας, ο οποίος πίστευε ότι μέρος της δόξας της
Χρυσής Εποχής της Ελλάδος είχε να κάνει με τις συχνές αθλητικές
διοργανώσεις. Παράλληλα, ο ενθουσιασμός του για τους Ολυμπιακούς Αγώνες
πήγαζε από την προσήλωσή του στο Γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο
ενσωμάτωνε την ηθική και κοινωνική παιδεία στους σχολικούς αγώνες.
Διοργάνωσε δύο διεθνείς συναντήσεις της "Union des Societes Francaises
de Sports Athletiques" (USFSA) στη Σορβόννη το 1892 και το 1894, όπου
ενώπιον αντιπροσώπων εννέα διαφορετικών χωρών, πρώτος παρουσίασε και
πέτυχε την αναγέννηση του Ολυμπιακού Κινήματος.
Οι πρώτοι Σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1896:
Στις 25 Μαρτίου 1896 κατά το Παλιό Ημερολόγιο ή στις 6 Απριλίου του 1896
κατά το Νέο Ημερολόγιο, υπήρξε ένας τριπλός εορτασμός στην Ελληνική
πρωτεύουσα. Εορτάστηκαν οι πρώτοι Σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες, η 75η
επέτειος από την Ανεξαρτησία της Ελλάδος και η Δευτέρα του Πάσχα. Ο
τριπλός εορτασμός είχε σαν αποτέλεσμα την πρωτοφανή επιτυχία των Αγώνων.
Περίπου 300 αθλητές από 13 χώρες συμμετείχαν στους πρώτους Ολυμπιακούς
Αγώνες, λαμβάνοντας μέρος σε 9 διαφορετικά αθλήματα: Στίβο, (Μαραθώνιo),
Κολύμβηση, Ποδηλασία, Ξιφομαχία, Γυμναστική, Σκοποβολή, Αντισφαίριση σε
χορτάρι, Πάλη και Aρση Βαρών.
Η Ελλάδα, με τη μεγαλύτερη αντιπροσωπία αθλητών (230), κέρδισε 10 χρυσά
μετάλλια.
Ο Σπύρος Λούης, χωρίς ουσιαστική προπόνηση, κέρδισε το χρυσό μετάλλιο
στο Μαραθώνιο δρόμο και αποτέλεσε θρύλο στον Ελληνικό αλλά και παγκόσμιο
χώρο.
Το Παναθηναϊκό Στάδιο:
Η ιστορία του Παναθηναικού Σταδίου, γνωστού και ως Καλλιμάρμαρου, ξεκινά
από την περίοδο της κλασικής Ελλάδας. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, το 329
π.Χ., την εποχή του Λυκούργου, μαθητή του Πλάτωνα, υπήρχε ένα στάδιο
στην ίδια τοποθεσία. Επιπλέον, σύμφωνα πάλι με ιστορικές πηγές, ο Ηρώδης
Αττικός (139-194 μ.Χ.) βελτίωσε το στάδιο τοποθετώντας μαρμάρινες πλάκες
με αποτέλεσμα φιλόσοφοι της εποχής σαν τον Παυσανία και το Φιλόστρατο να
το περιγράφουν σαν ένα από τα καλύτερα στάδια της εποχής.
Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, τα στάδιο καταστράφηκε και το μάρμαρό του
χρησιμοποιήθηκε σε άλλες κατασκευές. Το 1896, με τη γενναιόδωρη προσφορά
του Γεώργιου Αβέρωφ, ξανακτίστηκε για να φιλοξενήσει τους πρώτους
Σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες με 48 σειρές καθισμάτων και χωρητικότητα
45.000 θεατών. Θεωρείται ως μεγάλο κατασκευαστικό επίτευγμα, καθώς η
επεξεργασία και τοποθέτηση των τεράστιων μαρμάρινων πλακών αποτελεί μία
μεγάλη πρόκληση ακόμη και σήμερα. Επιπλέον, ιδιαίτερα αξιοθαύμαστη είναι
και η κατασκευαστική τεχνική των καμπυλωτών σειρών των θέσεων, οι οποίες
επιτρέπουν στους θεατές να έχουν καλύτερη θέα.
Το 1906, στο μπροστινό μέρος του σταδίου, προστέθηκαν τα Προπύλαια, ένα
είδος εισόδου με κίονες Κορινθιακού ρυθμού τα οποία καταργήθηκαν το
1952. Η τελετή έναρξης του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Στίβου το 1997, στο
Παναθηναϊκό στάδιο, στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία.
Παραδόσεις Ολυμπιακών Αγώνων:
Ολυμπιακός Ύμνος:
Τους στίχους του Ολυμπιακού Ύμνου έγραψε ο Κωστής Παλαμάς και μελοποίησε
ο Σπύρος Σαμάρας. Τραγουδήθηκε για πρώτη φορά στους Αγώνες του 1896. Η ΔΟΕ τον υιοθέτησε σαν τον επίσημο Ολυμπιακό ύμνο για την κορύφωση των
Ολυμπιακών τελετών στη Σύνοδο που πραγματοποιήθηκε στο Τόκιο το 1958.
Το Ολυμπιακό Πιστεύω:
Το Ολυμπιακό Πιστεύω εμφανίστηκε επίσης στους Αγώνες του 1896. Σύμφωνα
με τον Pierre de Coubertin, το Πιστεύω περιλαμβάνει τα εξής: "Αυτό που
έχει σημασία στους Ολυμπιακούς Αγώνες δεν είναι η νίκη αλλά η συμμετοχή,
όπως και στη ζωή σημασία δεν έχει η νίκη αλλά ο αγώνας. Η ουσία είναι να
αγωνιστείς καλά και όχι να νικήσεις".
Η Ολυμπιακή Σημαία:
Ο Pierre de Coubertin είναι αυτός ο οποίος συνέλαβε την ιδέα της
Ολυμπιακής σημαίας με τους πέντε κύκλους σε λευκό φόντο, σύμβολο της
ένωσης των πέντε ηπείρων και της συνάντησης των αθλητών από όλο τον
κόσμο στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Σήμερα, σχεδόν ένα αιώνα μετά από τη δημιουργία της σημαίας, τα έξι
χρώματα, των κύκλων (μπλε, κίτρινο, μαύρο, πράσινο, κόκκινο) και το
λευκό του φόντου, το οποίο συμβολίζει την ειρήνη, διατηρούν ακόμη την
ξεχωριστή σημασία τους και χρωματίζουν τις σημαίες όλου του κόσμου. Η
Ολυμπιακή σημαία έκανε την εμφάνισή της για πρώτη φορά στους Αγώνες της
Αμβέρσας το 1920.
Ο Ολυμπιακός Όρκος:
"Στο όνομα όλων των αγωνιζομένων, υπόσχομαι ότι θα λάβουμε μέρος σε
αυτούς τους Ολυμπιακούς Αγώνες, σεβόμενοι και ακολουθώντας τους κανόνες
οι οποίοι τους διέπουν, μέσα στο αληθινό πνεύμα της ευγενούς άμιλλας,
για τη δόξα του αθλητισμού και την τιμή των ομάδων μας".
Κατά τη διάρκεια της τελετής έναρξης όλων των Αγώνων, ένας αθλητής της
χώρας η οποία φιλοξενεί τους Αγώνες ορκίζεται σύμφωνα με τον Ολυμπιακό
όρκο εκ μέρους όλων των αθλητών που συμμετέχουν στους Αγώνες. Αυτή η
χειρονομία αθλητικής ανωτερότητας εμφανίστηκε για πρώτη φορά στους
Αγώνες του Βελγίου το 1920. Ο προπονητής ή συνοδός της ομάδας εκφωνεί
παρόμοιο όρκο κατά τη διάρκεια κάθε Τελετής Έναρξης των Αγώνων.
Η Ολυμπιακή Φλόγα:
Η Ολυμπιακή Φλόγα είναι ένα από τα πιο γνωστά σύμβολα των σύγχρονων
Αγώνων. Έχει τις ρίζες της στους Ολυμπιακούς Αγώνες της αρχαιότητας κατά
τη διάρκεια των οποίων έκαιγε συνεχώς στο βωμό της Θεάς Ήρας.
Η αφή της σύγχρονης Ολυμπιακής φλόγας έγινε για πρώτη φορά το 1928 στους
Ολυμπιακούς Αγώνες του Αμστερνταμ όπου και έμεινε αναμμένη καθ' όλη τη
διάρκεια των Αγώνων. Έγινε το σύμβολο της αλληλεγγύης μεταξύ των εθνών
και εκφράζει το Ολυμπιακό πνεύμα το οποίο περιέχει τα ιδεώδη της
αγνότητας, της προσπάθειας για τελειότητα, του αγώνα για τη νίκη, της
φιλίας και της ειρήνης.
Λαμπαδηδρομία
Κατά τη διάρκεια των Αγώνων του 1896 στην Αθήνα, νέοι, εμπνευσμένοι από
τον αθλητισμό, οργάνωσαν τις πρώτες λαμπαδηδρομίες. Παρόλα αυτά, η
παράδοση της Λαμπαδηδρομίας ξεκινά ως θεσμός στους Αγώνες του Βερολίνου
το 1936. Όπως και στην αρχαιότητα, η αφή της δάδας γίνεται στην Αρχαία
Ολυμπία με τη βοήθεια του ήλιου. Μετά η δάδα μεταφέρεται από
λαμπαδηδρόμους στη διοργανώτρια πόλη για να ανάψει το βωμό του
Ολυμπιακού Σταδίου κατά την Τελετή Έναρξης των Αγώνων.